Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

2016




Χρόνια πολλά και καλά,

με υγεία, έμπνευση και δημιουργικότητα.

Ευτυχές το νέον έτος 2016 !

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Φίδι , που σ΄έφαγε...





   Σερνόταν η ΄Ανοιξη κι ας ήταν Ιούνης.
 Ο Κίτσος έτρεχε, μπουχός , ιδρώτας και κλάμα τον μούστριζαν.
Μόνο μια μύξα σφούγγισε στο σχισμένο μανίκι.
   Είχε ξεχάσει τις λιοπάνες στο καλύβι, με συνέπεια να γυρίσει απροειδοποίητα, κι εκεί έπιασε την γυναίκα του,την Μαίρη,την αθεόφοβη, καβάλα με τον Θωμά τον θεριζεργάτη στα χωράφια.
  Την είδε τσίτσιδη στην αχυρόστρωση, κι έπαθε.
   Πριν φωνάξει τον πρόλαβε μια κραυγή κι ένα χλιμίντρισμα.
  ΄Ενα φόρτωμα καντήλια δραπέτευσαν απ΄το στόμα του, δίνοντας ώθηση στην αναπάντεχη πιλάλα, που του' λαχε .
 Νταρντάνα η Μαίρη , αμυγδαλωμάτα,με καπούλια, τό΄παιζε το μάτι.
 ΄Ολο κάτι μισόλογα άκουγε στο χωριό, αλλά τα ξεχνούσε, καθώς βολευόταν ανάμεσα στα στήθια της.
 Ταμπλάς του ήλθε με το που τους είδε και λάκιξε.
  Το είχε ορκιστεί, αν τύχαινε σ΄αυτόν τέτοιο πράγμα, να φύγει, να χαθεί από προσώπου γης.
   Κι έτσι έφυγε, κι έτρεχε, μέχρι που απόστασε.
  Πέρασε το διάσελο και διάλεξε μια πέτρα, να μην τον βλέπει κανείς και να ανασυντάξει τις σκέψεις του.
Δεν είχε δει ,στο σάστισμά του, την οχιά κάτω από την πέτρα.
Από μικρό τον ταλάνιζε η μητρική κατάρα...''Φίδι που σ΄έφαγε....''

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Εφιάλτης...

      Ξημερώνει παραμονή Χριστουγέννων, κι εδώ και λίγη ώρα στριμώχνεται στο μπαλκόνι του τρίτου, κάτω από ένα τσίγκο,  που σκεπάζει δυο λίμπες λαδιού. Βρέχει καταρρακτωδώς και δεν μπορεί να καταλάβει, αν ο ήχος της βροχής ή η αγωνία του, τρυπούν τα μηνίγκια του.
  Ο Ορφέας τα έχει, εδώ και τρεις μήνες, με μια ξανθιά καλλονή , που συμβαίνει να είναι παντρεμένη. Ο έρωτάς τους έχει σπάσει το φράγμα της λογικής και παρασύρει στο πέρασμά του κάθε συμβατικότητα.
  Πρώτη φορά πήγε στο σπίτι της, γιατί τον διαβεβαίωσε, λέγοντάς του ότι αυτή έχει την ευθύνη, ότι ο άντρας της πήγε στο χωριό του, να φέρει χωριάτικη γαλοπούλα, που του άρεσε, και θα γύριζε την άλλη μέρα , το βράδυ.
  Πήγαν αποβραδίς στα μπουζούκια, διασκέδασαν μέχρι τα ξημερώματα, πήρε και το χειροκρότημά του από το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας  που χόρεψε και γύρισαν στο σπίτι της ,να  σβήσουν την φλόγα τον έρωτά τους, σαν... στο σπίτι τους.
   Στην κορύφωση της ιεροτελεστίας χτυπάει το κουδούνι του διαμερίσματος, κι απότομα πετάγεται η  ΄Ασπα και του λέει τρομαγμένη...''πω, πω, ο άντρας μου !''
  Σηκώνεται έντρομος ο Ορφέας , φοράει όπως όπως το παντελόνι και το πουκάμισό του και παίρνοντας τα υπόλοιπα παραμάσχαλα, βγαίνει στο μπαλκόνι, που του υπέδειξε.
  Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, μέχρι που κάποια στιγμή βγήκε εκείνη  και του είπε ψιθυριστά...''όταν σου πω θα έλθεις.Μην κουνηθείς από εκεί !''
  Νοιώθει πως έχουν περάσει χρόνια, καθώς τρεμοκουκουρίζει απ΄το κρύο περιμένοντας, κι ενώ η άβολη θέση του επιβαρύνεται από τον υπερκείμενο τσίγκο, καθώς από μια τρύπα του πέφτουν στον σβέρκο του σταγόνες , που αυλακώνουν την ραχοκοκαλιά του, σαν μαχαίρι.
  ΄Εχει φωτίσει για τα καλά και μπορεί να βλέπει κάτω στον δρόμο παιδιά ζυγιές- ζυγιές ,να περνοδιαβαίνουν για τα κάλαντα.
   Δίπλα του μια γάτα στέκεται με οίκτο στα μάτια, που στην αρχή του έμοιαζαν εχθρικά. Του συμπαραστέκεται, σχεδόν συνωμοτικά.
  Ξαφνικά ακούγεται η μπαλκονόπορτα και πριν φουντάρει απ΄την τρομάρα του, , βγάζει η  Άσπα το κεφάλι και του λέει ...''έλα γρήγορα !''
Τον οδηγεί γρήγορα στο ασανσέρ, που είχε με το ροδάκι της πόρτας  εγκλωβίσει, του δίνει ένα πεταχτό φιλί και του λέει,..''φύγε γρήγορα, τον έχω στείλει μια στιγμή στην αποθήκη. Θα τα πούμε ''
  Κατέβηκε και έφυγε τρέχοντας, με σκυμμένο κεφάλι, να φαίνεται  σαν παιδί που πάει για  τα κάλαντα.
  Πήγε κατευθείαν στην πρώτη εκκλησία, που βρήκε μπροστά του.
 ΄ Αναψε ένα κερί, ευχαριστώντας τον Χριστούλη που γεννιέται , μιας και γλύτωσε το ξύλο , Χριστουγεννιάτικα...
   Α, έδωσε και  μια υπόσχεση ....κομμένα με το μαχαίρι τα ξένα σπίτια....

Κνάκαλος