Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

΄Οπου φύγει φύγει...

Χιόνια. Η μνήμη κάνει χιόνια κι ας είναι ο Οκτώβρης κοντομάνικος ακόμη. Κι ας περιμένει η θάλασσα κι ο ήλιος τους τελευταίους  τσαμπατζήδες .πελάτες.
Στ΄απέναντι κτίρια ο ήλιος φτιάχνει γκράφιτι στο λιόγερμα, κι ο βασιλικός ξεθυμαίνει.
Μικραίνει η μέρα, παρ΄όλα αυτά κι ο αέρας μαλακώνει τα Αυγουστιάτικα νεύρα του.
Αίφνης φωνές, πολλές παιδικές φωνές απ΄το σχόλασμα . Πέφτει η σκέψη απ΄το μπαλκόνι σε κιτρινισμένες σελίδες Αναγνωστικού. Και η μεταφορά είναι σύσσωμη. ΄Ενα ξύλινο τελάρο για κάθισμα, μια ψάθινη καρέκλα για τραπέζι, κι απάνω το βιβλίο.
Δίπλα , κατάχαμα η σάκα. Δυο βιβλία και πέντε τετράδια και μια φτηνή κασετίνα. Μια τσάντα γεμάτη ελλείψεις, παραφουσκωμένη, που μύριζε πολυκαιρισμένο βυρσοδεψείο.
 Κόντρα στον ήλιο, που κουρσεύει αλύπητη την τρυφερή ψυχή, τάζοντας ταξίδια , που ξεκινούν απ΄την εικόνα του βιβλίου.
Παιδί με κοντό παντελόνι, πλαστικά πέδιλα ''χούλα-χουπ'', μπλούζα με λαιμόκοψη  αρωματισμένη από μπουχό, ιδρώτα και πορτοκαλόφλουδες.
Μπροστά μια σειρά ψηλά κυπαρίσσια, δεξιά κι αριστερά χιλιάδες αμπελοκλήματα ρίχνουν τα φτερά. Στους κήπους τα λεμονοπορτόκαλα βάζουν χρώμα κι αρώματα, ενώ μια καρακάξα φεύγει βιαστικά, αφήνοντας πίσω της λαϊκές προκαταλήψεις να φουντώνουν.
Εκεί γεννήθηκε η ιδέα για ταξίδι. Στο παιδικό μυαλό ήταν ένα νοσταλγικό ταξίδι , μπορεί κι απόδραση. ΄Ενα πήγαινε- έλα μέχρι τις κορυφογραμμές του ορίζοντα. ΄Ισως και πίσω απ΄αυτές.
Ταξίδι ανέξοδο, με την ελαστικότητα που διακρίνει την παιδικότητα.
Τις νύχτες το  ταξίδι έπαιρνε πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά. Γινόταν μονοδιάστατο , χωρούσε ένα πρόσωπο ή έφτανε σ΄αυτό.
Ξανάφανε η μάνα απ΄το μεροδούλι, λίγο πριν την δύση. Φασκιωμένη με τα μακριά φουστάνια και το μαντήλι σφιχτοδεμένο με το ψάθινο καπέλο.
Τα βλέμματα...΄Ο,τι πιο καθαρό υπήρχε τριγύρω. ''Μάτι μου'' έλεγε κι έλαμπε η πλάση όλη.
- Διάβασε μάτι μου. Να μάθεις γράμματα και να φύγεις από δω χάμου. Να ρίξεις μαύρη πέτρα πίσω σου.
Και τα γράμματα ύφαιναν το φευγιό.
  Οι δυσκολίες το υπογράμμιζαν.
  Τα κλάματα το΄γραφαν με κεφαλαία.
Μια φυλακή ιδιότυπη ήταν η παιδική ηλικία. Να΄χει βγει δραπέτης το μυαλό και να καλεί το σώμα να χωρέσει από τα στενά τα κάγκελα.
  Να βλαστημάει που το αναγκάζει να γυροφέρνει στο τόπο του μαρτυρίου και στο τέλος να μπερδεύεται, όπως ο γάιδαρος με το σκοινί γύρω απ΄το παλούκι.
Το σκοινί, αυτό το άτιμο, που έκανε τις απόπειρες να συρθείς νωρίτερα απ΄το κανονικό ατελέσφορες.
Το ίδιο , σάμπως δεν γίνεται και τώρα.
Τόσο μακριά φευγάτος, γυροφέρνω νοερά γύρω απ΄το πατρικό το σπίτι.
Φαίνεται πως εγώ έφυγα, αλλά το παιδί έμεινε πίσω.
Κι όλο γυρνάω, κι όλο με φιλεύει ένα γέλιο κι ένα κλάμα.
Και μπορώ και ζω...

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Κριτική στο βιβλίο, ''Ιστορίες της Αλμύρας'' του Μιχάλη Καρπαθάκη.

    Η ζωή μ΄έκανε πουλί.
  Μην φανταστείς τίποτα ωδικό ή όμορφο.
  ΄Ενα ασήμαντο κι ακίνδυνο πουλί, που μ΄έχει έξω απ΄το κλουβί να βλέπω, να παρατηρώ και να διαβάζω.Κι όποιον γνωρίζω τον ρωτάω, σαν άλλη γοργόνα, επεκτείνοντας την παιδική μου απορία στην ακρογιαλιά....''κι εκεί που τελειώνει η θάλασσα , τι είναι και δεν χύνεται το νερό;''.
  Σε κάποια από τις κοντινές κι ανέφελες περιπλανήσεις μου, γνώρισα τον καπετάν Μιχάλη και με την γενναιόδωρη χειρονομία του Μίμη του Παπαγιαννάκη έγινα ευγνώνων κάτοχος ενός αντιτύπου, από το ημερολόγιο καταστρώματος της ψυχής του. Τις ''Ιστορίες της Αλμύρας''.
  Καβάλησα στο καμπούνι του πλοίου του, με την ορμή του αναγνώστη και την εμπειρία του αδαούς και χωρίς να το καταλάβω μπαρκάρισα λαθρεπιβάτης...
  Στην αρχή με το ''ΑΓΓΕΛΗΣ Σ'' για την Θεσσαλονίκη.
  Στην συνέχεια με το ''ΑΡΓΩ ΕΛΛΑΣ'' για την Ινδία.
  Γνώρισα τον καπετάν Γιώργη Μυλωνά και τους άλλους ναυτικούς.
  Ξανάζησα την χούντα με τα γίβεντα του πλοίου, κάτι σαν τα επίκαιρα ..

  ΄Επιασα λιμάνι στην Γιοκοχάμα της Ιαπωνίας τόσες πολλές φορές , που έγινα πράτιγος .
  Έμαθα τα μπαρ του Χιρόνο, σαν το σπίτι μου.
  Καλοπέρασα με τις κοπέλες του, μην σου πως πήγα να ερωτευτώ , αλλά εσύ με έβαζες , από ένα σημείο και μετά βατσιμάνη.
 ΄Εφτασε η χάρη μου στο Κέηπ Τάουν , πήγα Σιγκαπούρη, στην Κίνα του Μάο.