Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

΄Οπου φύγει φύγει...

Χιόνια. Η μνήμη κάνει χιόνια κι ας είναι ο Οκτώβρης κοντομάνικος ακόμη. Κι ας περιμένει η θάλασσα κι ο ήλιος τους τελευταίους  τσαμπατζήδες .πελάτες.
Στ΄απέναντι κτίρια ο ήλιος φτιάχνει γκράφιτι στο λιόγερμα, κι ο βασιλικός ξεθυμαίνει.
Μικραίνει η μέρα, παρ΄όλα αυτά κι ο αέρας μαλακώνει τα Αυγουστιάτικα νεύρα του.
Αίφνης φωνές, πολλές παιδικές φωνές απ΄το σχόλασμα . Πέφτει η σκέψη απ΄το μπαλκόνι σε κιτρινισμένες σελίδες Αναγνωστικού. Και η μεταφορά είναι σύσσωμη. ΄Ενα ξύλινο τελάρο για κάθισμα, μια ψάθινη καρέκλα για τραπέζι, κι απάνω το βιβλίο.
Δίπλα , κατάχαμα η σάκα. Δυο βιβλία και πέντε τετράδια και μια φτηνή κασετίνα. Μια τσάντα γεμάτη ελλείψεις, παραφουσκωμένη, που μύριζε πολυκαιρισμένο βυρσοδεψείο.
 Κόντρα στον ήλιο, που κουρσεύει αλύπητη την τρυφερή ψυχή, τάζοντας ταξίδια , που ξεκινούν απ΄την εικόνα του βιβλίου.
Παιδί με κοντό παντελόνι, πλαστικά πέδιλα ''χούλα-χουπ'', μπλούζα με λαιμόκοψη  αρωματισμένη από μπουχό, ιδρώτα και πορτοκαλόφλουδες.
Μπροστά μια σειρά ψηλά κυπαρίσσια, δεξιά κι αριστερά χιλιάδες αμπελοκλήματα ρίχνουν τα φτερά. Στους κήπους τα λεμονοπορτόκαλα βάζουν χρώμα κι αρώματα, ενώ μια καρακάξα φεύγει βιαστικά, αφήνοντας πίσω της λαϊκές προκαταλήψεις να φουντώνουν.
Εκεί γεννήθηκε η ιδέα για ταξίδι. Στο παιδικό μυαλό ήταν ένα νοσταλγικό ταξίδι , μπορεί κι απόδραση. ΄Ενα πήγαινε- έλα μέχρι τις κορυφογραμμές του ορίζοντα. ΄Ισως και πίσω απ΄αυτές.
Ταξίδι ανέξοδο, με την ελαστικότητα που διακρίνει την παιδικότητα.
Τις νύχτες το  ταξίδι έπαιρνε πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά. Γινόταν μονοδιάστατο , χωρούσε ένα πρόσωπο ή έφτανε σ΄αυτό.
Ξανάφανε η μάνα απ΄το μεροδούλι, λίγο πριν την δύση. Φασκιωμένη με τα μακριά φουστάνια και το μαντήλι σφιχτοδεμένο με το ψάθινο καπέλο.
Τα βλέμματα...΄Ο,τι πιο καθαρό υπήρχε τριγύρω. ''Μάτι μου'' έλεγε κι έλαμπε η πλάση όλη.
- Διάβασε μάτι μου. Να μάθεις γράμματα και να φύγεις από δω χάμου. Να ρίξεις μαύρη πέτρα πίσω σου.
Και τα γράμματα ύφαιναν το φευγιό.
  Οι δυσκολίες το υπογράμμιζαν.
  Τα κλάματα το΄γραφαν με κεφαλαία.
Μια φυλακή ιδιότυπη ήταν η παιδική ηλικία. Να΄χει βγει δραπέτης το μυαλό και να καλεί το σώμα να χωρέσει από τα στενά τα κάγκελα.
  Να βλαστημάει που το αναγκάζει να γυροφέρνει στο τόπο του μαρτυρίου και στο τέλος να μπερδεύεται, όπως ο γάιδαρος με το σκοινί γύρω απ΄το παλούκι.
Το σκοινί, αυτό το άτιμο, που έκανε τις απόπειρες να συρθείς νωρίτερα απ΄το κανονικό ατελέσφορες.
Το ίδιο , σάμπως δεν γίνεται και τώρα.
Τόσο μακριά φευγάτος, γυροφέρνω νοερά γύρω απ΄το πατρικό το σπίτι.
Φαίνεται πως εγώ έφυγα, αλλά το παιδί έμεινε πίσω.
Κι όλο γυρνάω, κι όλο με φιλεύει ένα γέλιο κι ένα κλάμα.
Και μπορώ και ζω...

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Κριτική στο βιβλίο, ''Ιστορίες της Αλμύρας'' του Μιχάλη Καρπαθάκη.

    Η ζωή μ΄έκανε πουλί.
  Μην φανταστείς τίποτα ωδικό ή όμορφο.
  ΄Ενα ασήμαντο κι ακίνδυνο πουλί, που μ΄έχει έξω απ΄το κλουβί να βλέπω, να παρατηρώ και να διαβάζω.Κι όποιον γνωρίζω τον ρωτάω, σαν άλλη γοργόνα, επεκτείνοντας την παιδική μου απορία στην ακρογιαλιά....''κι εκεί που τελειώνει η θάλασσα , τι είναι και δεν χύνεται το νερό;''.
  Σε κάποια από τις κοντινές κι ανέφελες περιπλανήσεις μου, γνώρισα τον καπετάν Μιχάλη και με την γενναιόδωρη χειρονομία του Μίμη του Παπαγιαννάκη έγινα ευγνώνων κάτοχος ενός αντιτύπου, από το ημερολόγιο καταστρώματος της ψυχής του. Τις ''Ιστορίες της Αλμύρας''.
  Καβάλησα στο καμπούνι του πλοίου του, με την ορμή του αναγνώστη και την εμπειρία του αδαούς και χωρίς να το καταλάβω μπαρκάρισα λαθρεπιβάτης...
  Στην αρχή με το ''ΑΓΓΕΛΗΣ Σ'' για την Θεσσαλονίκη.
  Στην συνέχεια με το ''ΑΡΓΩ ΕΛΛΑΣ'' για την Ινδία.
  Γνώρισα τον καπετάν Γιώργη Μυλωνά και τους άλλους ναυτικούς.
  Ξανάζησα την χούντα με τα γίβεντα του πλοίου, κάτι σαν τα επίκαιρα ..

  ΄Επιασα λιμάνι στην Γιοκοχάμα της Ιαπωνίας τόσες πολλές φορές , που έγινα πράτιγος .
  Έμαθα τα μπαρ του Χιρόνο, σαν το σπίτι μου.
  Καλοπέρασα με τις κοπέλες του, μην σου πως πήγα να ερωτευτώ , αλλά εσύ με έβαζες , από ένα σημείο και μετά βατσιμάνη.
 ΄Εφτασε η χάρη μου στο Κέηπ Τάουν , πήγα Σιγκαπούρη, στην Κίνα του Μάο.

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

2016




Χρόνια πολλά και καλά,

με υγεία, έμπνευση και δημιουργικότητα.

Ευτυχές το νέον έτος 2016 !

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Φίδι , που σ΄έφαγε...





   Σερνόταν η ΄Ανοιξη κι ας ήταν Ιούνης.
 Ο Κίτσος έτρεχε, μπουχός , ιδρώτας και κλάμα τον μούστριζαν.
Μόνο μια μύξα σφούγγισε στο σχισμένο μανίκι.
   Είχε ξεχάσει τις λιοπάνες στο καλύβι, με συνέπεια να γυρίσει απροειδοποίητα, κι εκεί έπιασε την γυναίκα του,την Μαίρη,την αθεόφοβη, καβάλα με τον Θωμά τον θεριζεργάτη στα χωράφια.
  Την είδε τσίτσιδη στην αχυρόστρωση, κι έπαθε.
   Πριν φωνάξει τον πρόλαβε μια κραυγή κι ένα χλιμίντρισμα.
  ΄Ενα φόρτωμα καντήλια δραπέτευσαν απ΄το στόμα του, δίνοντας ώθηση στην αναπάντεχη πιλάλα, που του' λαχε .
 Νταρντάνα η Μαίρη , αμυγδαλωμάτα,με καπούλια, τό΄παιζε το μάτι.
 ΄Ολο κάτι μισόλογα άκουγε στο χωριό, αλλά τα ξεχνούσε, καθώς βολευόταν ανάμεσα στα στήθια της.
 Ταμπλάς του ήλθε με το που τους είδε και λάκιξε.
  Το είχε ορκιστεί, αν τύχαινε σ΄αυτόν τέτοιο πράγμα, να φύγει, να χαθεί από προσώπου γης.
   Κι έτσι έφυγε, κι έτρεχε, μέχρι που απόστασε.
  Πέρασε το διάσελο και διάλεξε μια πέτρα, να μην τον βλέπει κανείς και να ανασυντάξει τις σκέψεις του.
Δεν είχε δει ,στο σάστισμά του, την οχιά κάτω από την πέτρα.
Από μικρό τον ταλάνιζε η μητρική κατάρα...''Φίδι που σ΄έφαγε....''

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Εφιάλτης...

      Ξημερώνει παραμονή Χριστουγέννων, κι εδώ και λίγη ώρα στριμώχνεται στο μπαλκόνι του τρίτου, κάτω από ένα τσίγκο,  που σκεπάζει δυο λίμπες λαδιού. Βρέχει καταρρακτωδώς και δεν μπορεί να καταλάβει, αν ο ήχος της βροχής ή η αγωνία του, τρυπούν τα μηνίγκια του.
  Ο Ορφέας τα έχει, εδώ και τρεις μήνες, με μια ξανθιά καλλονή , που συμβαίνει να είναι παντρεμένη. Ο έρωτάς τους έχει σπάσει το φράγμα της λογικής και παρασύρει στο πέρασμά του κάθε συμβατικότητα.
  Πρώτη φορά πήγε στο σπίτι της, γιατί τον διαβεβαίωσε, λέγοντάς του ότι αυτή έχει την ευθύνη, ότι ο άντρας της πήγε στο χωριό του, να φέρει χωριάτικη γαλοπούλα, που του άρεσε, και θα γύριζε την άλλη μέρα , το βράδυ.
  Πήγαν αποβραδίς στα μπουζούκια, διασκέδασαν μέχρι τα ξημερώματα, πήρε και το χειροκρότημά του από το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας  που χόρεψε και γύρισαν στο σπίτι της ,να  σβήσουν την φλόγα τον έρωτά τους, σαν... στο σπίτι τους.
   Στην κορύφωση της ιεροτελεστίας χτυπάει το κουδούνι του διαμερίσματος, κι απότομα πετάγεται η  ΄Ασπα και του λέει τρομαγμένη...''πω, πω, ο άντρας μου !''
  Σηκώνεται έντρομος ο Ορφέας , φοράει όπως όπως το παντελόνι και το πουκάμισό του και παίρνοντας τα υπόλοιπα παραμάσχαλα, βγαίνει στο μπαλκόνι, που του υπέδειξε.
  Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, μέχρι που κάποια στιγμή βγήκε εκείνη  και του είπε ψιθυριστά...''όταν σου πω θα έλθεις.Μην κουνηθείς από εκεί !''
  Νοιώθει πως έχουν περάσει χρόνια, καθώς τρεμοκουκουρίζει απ΄το κρύο περιμένοντας, κι ενώ η άβολη θέση του επιβαρύνεται από τον υπερκείμενο τσίγκο, καθώς από μια τρύπα του πέφτουν στον σβέρκο του σταγόνες , που αυλακώνουν την ραχοκοκαλιά του, σαν μαχαίρι.
  ΄Εχει φωτίσει για τα καλά και μπορεί να βλέπει κάτω στον δρόμο παιδιά ζυγιές- ζυγιές ,να περνοδιαβαίνουν για τα κάλαντα.
   Δίπλα του μια γάτα στέκεται με οίκτο στα μάτια, που στην αρχή του έμοιαζαν εχθρικά. Του συμπαραστέκεται, σχεδόν συνωμοτικά.
  Ξαφνικά ακούγεται η μπαλκονόπορτα και πριν φουντάρει απ΄την τρομάρα του, , βγάζει η  Άσπα το κεφάλι και του λέει ...''έλα γρήγορα !''
Τον οδηγεί γρήγορα στο ασανσέρ, που είχε με το ροδάκι της πόρτας  εγκλωβίσει, του δίνει ένα πεταχτό φιλί και του λέει,..''φύγε γρήγορα, τον έχω στείλει μια στιγμή στην αποθήκη. Θα τα πούμε ''
  Κατέβηκε και έφυγε τρέχοντας, με σκυμμένο κεφάλι, να φαίνεται  σαν παιδί που πάει για  τα κάλαντα.
  Πήγε κατευθείαν στην πρώτη εκκλησία, που βρήκε μπροστά του.
 ΄ Αναψε ένα κερί, ευχαριστώντας τον Χριστούλη που γεννιέται , μιας και γλύτωσε το ξύλο , Χριστουγεννιάτικα...
   Α, έδωσε και  μια υπόσχεση ....κομμένα με το μαχαίρι τα ξένα σπίτια....

Κνάκαλος

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Η φίλη...

      H Ζακλίν  μπροστά από ένα τηλέφωνο κι έναν καφέ, τον τρίτο στη σειρά,αναλογίζεται και λέει φωναχτά στην αδελφή της την Πουπέτ : ''Τι έχει τραβήξει κι εκείνος ο μπαμπάς μας...''.
  Περιμένουν ένα τηλέφωνο από την μαμά τους στην Ελλάδα, να τους αναγγείλει , πως ο πατέρας τους βγήκε από το χειρουργείο και πήγαν όλα καλά.
  Η μιάμιση ώρα που τους είχε πει ο γιατρός, έχει γίνει πεντάωρο και η αγωνία τους έχει κορυφωθεί.
      ΄Ολα γίναν ξαφνικά κι αναπόδραστα, όπως στο ντόμινο.
     Είχε η Ζακλίν την φαεινή ιδέα να πάνε, από την Αγγλία που μένουν, στο Παρίσι για ένα τριήμερο, για να γιορτάσει τα γενέθλιά της στην πόλη του φωτός.
  Είχε κανονίσει τα πάντα ή  έτσι νόμιζε.
  Στο Παρίσι, , ζει κι εργάζεται η φίλη της η Ράνια.
  Μεγαλύτερη ήταν , είχαν συμπέσει στην ίδια πόλη , όπου έκαναν το διδακτορικό τους και διάφορα γεγονότα, μαζί με την κοινή καταγωγή από την Ελλάδα, τις είχαν δέσει με μια φιλία, που δεν την είχαν σκιάσει σύννεφα. Οι όποιες αμφιβολίες προέκυπταν ήσαν συγγνωστές ατέλειες, που δεν ήσαν ικανές να δοκιμάσουν δυο φίλες που πίστευαν  στον ίδιο θεό και προσεύχονταν τακτικά στην Ελληνορθόδοξη εκκλησία.
  Την φίλη της στο Παρίσι, είχε ξαναεπισκεφθεί το καλοκαίρι και είχαν περάσει αρκετά όμορφα. Της είχε βγάλει βέβαια η Ράνια κάποιες απολυτότητες , αλλά η Ζακλίν δεν τις είχε σπουδαιολογήσει.
  Είχε ειδοποιήσει την φίλη της έγκαιρα, ότι θα πήγαιναν μαζί με την αδελφή της και δεν είχε νοιώσει αντίρρηση ή ενόχληση, δεδομένου ότι η Ράνια συμπαθούσε την Πουπέτ.
  ΄Εφθασαν στο Παρίσι το πρώτο βράδυ , η Ράνια τις καλοδέχτηκε, κι επειδή την επόμενη θα πήγαινε στην δουλειά της ,τους άφησε τα κλειδιά του σπιτιού.
  Το σπίτι βρισκόταν σ΄ένα προάστιο το  Μοντρούζ , λίγο μακριά απ΄το κέντρο του Παρισιού.
 Την επόμενη τα κορίτσια κατέβηκαν στο Παρίσι,χρησιμοποιώντας το τρένο, να δουν τ΄αξιοθέατα και να απολαύσουν τις βιτρίνες και τα καταπληκτικά καφέ.  Μάλιστα παρέτειναν τον χρόνο, μέχρι το βράδυ, για να αφήσουν χωροχρόνο στην Ράνια, να ξεκουραστεί και να μην αισθανθεί, πως καταπιέζεται από την παρουσία τους.
  Γύρισαν στις 8 η ώρα, κι όταν μπήκαν στο σπίτι η Ράνια άρχισε μια κουβέντα, συνέχεια από την προηγούμενη μέρα, τελείως αναίτια κι ανούσια.
  Η Ράνια είναι των θετικών επιστημών και οι αδελφές είναι ευδιάκριτα ήδη μέλη της παγκόσμιας κοινωνίας των ανθρωπιστικών επιστημών, με αξιόλογες δημοσιεύσεις στα μεγαλύτερα περιοδικά της Δύσης.  .
  Αφού ρωτούσε να μάθει τα ισχύοντα περί των διδακτορικών στις ανθρωπιστικές επιστήμες, έκανε αντιστοιχία με τα συμβαίνοντα στις θετικές επιστήμες και στο τέλος έκανε αξιολογικές κρίσεις , ευθέως υποτιμητικές για τις σπουδές των αδελφών σε σχέση με τα δικά τους.
  Η Ράνια καθόταν οκλαδόν στο κρεββάτι της και ως γκουρού είχε αναπτύξει μια εισαγγελική ''κοπτοραπτική'', προδήλως μπακαλίστικη, κι επίμονη, που είχε φέρει σε εξαιρετικά άβολη και δύσκολη θέση τις δυο αδελφές, που στέκονταν απέναντι τηςμε έμφυτη σεμνότητα, όρθιες σαν σχολιαρόπαιδα, αφού ούτε να καθίσουν δεν τις άφησε.
  Η Ζακλίν ως μεγαλύτερη αντιδρούσε και προσπαθούσε να επιχειρηματολογήσει, με βάση την λογική και την αλήθεια, αλλά η Ράνια δεν σήκωνε κουβέντα, ούτε έδειχνε διάθεση να σταματήσει, πριν τις ισοπεδώσει. ΄Ηταν ερειστική και καθώς περνούσε η ώρα δεν μπήκε ούτε στην διαδικασία να διακόψει, για να κατεβάσει το στρώμα από το πατάρι για να ξαπλώσουν, αφού ήταν περασμένη η ώρα.
  Η Πουπέτ είχε χλωμιάσει από την αμηχανία, την ορθοστασία  και την κούραση. ΄Ενοιωθε πως θα λιποθυμούσε και οι φλέβες του προσώπου της έκαναν συνεχείς συσπάσεις από την άδικη κι ενοχλητική κριτική, που άκουγε επί πεντάωρο να εξακοντίζεται προς το μέρος τους.
  Κάποια στιγμή η Ζακλίν, βλέποντας και την χλωμή αδελφή της να υφίσταται χωρίς  λόγο την αφιλόξενη κι αγενέστατη ''φίλη'' της , ξεπέρασε την έμφυτη συστολή της και ξεσπάθωσε....
- ''Είσαι απαράδεκτη. Μας έχεις πέντε ώρες και μας κατακεραυνώνεις χωρίς ουσιαστικό λόγο, ενώ υποτίθεται , ότι μας φιλοξενείς.
  Γυρίζει στην αδελφή της και της λέει με έκδηλη αγανάκτηση.
  '' Πάμε να φύγουμε Πουπέτ.''
 Μάζεψαν τα πράγματά τους γρήγορα και βάζοντάς τα φύρδην μίγδην στην βαλίτσα, της άφησαν το κλειδί , κι έφυγαν .
  Η ώρα ήταν μία και μισή τα μεσάνυχτα. ΄Εξω σκοτάδι. Τα κινητά τους με 15% μπαταρία.
  Βρίσκονταν σ΄ένα άγνωστο στην ουσία μέρος, χωρίς να έχουν αποθηκευμένα τηλέφωνα άμεσης ανάγκης και χωρίς να λειτουργούν οι συγκοινωνίες, λόγω του προχωρημένου της ώρας.
  Περπάτησαν στην λεωφόρο Περιέ , ψάχνοντας για ταξί, αλλά τζίφος.
  Εκείνη την στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο της Ζακλίν δυο φορές και σταμάτησε . ΄Ηταν η τελευταία κλήση της Ράνιας, η οποία προφανώς πήρε τηλέφωνο και το μετάνοιωσε από τον αρρωστημένο εγωϊσσμό της.
  ΄Εκανε κρύο, που το πολλαπλασίαζε  το σκοτάδι, ο φόβος και η απόγνωση.
   Ευτυχώς τους έκοψε και πήραν την μικρή τους αδελφή στην Ελλάδα.
  Της είπαν εν ολίγοις τα καθέκαστα, με την δέσμευση εκ μέρους της να μην πει τίποτα εκείνη την στιγμή στους γονείς τους , κι ανησυχήσουν και της ζήτησαν να βρει μέσω του διαδικτύου κάποιο κοντινό, στην περιοχή που βρίσκονταν, ξενοδοχείο.
  Πράγματι η μικρή Ρεμί τους βρήκε ένα ξενοδοχείο και τους έδωσε το τηλέφωνο, αλλά επειδή δεν είχε διαθέσιμα δωμάτια, τους βρήκε ένα άλλο ξενοδοχείο, λίγο πιο μακρυά.
  Στο μεταξύ όμως οι δυο αδελφές δεν μπορούσαν να βρουν ταξί , έκλεισε από μπαταρία το ένα τηλέφωνο και προσπαθούσαν από κάποιον διερχόμενο να βρουν κάποιο τηλέφωνο για ραδιοταξί.
  Οι διερχόμενοι ήσαν όλοι πιωμένοι, επιστρέφοντες προφανώς από κάποιο μπαράκι και βλέποντας τα δυο μόνα κορίτσια  άρχιζαν το φορτικό καμάκι.Μάλιστα ένας, που δεν τον έκοψαν και για καλής πάστας, προσφέρθηκε να τους πάει με το αυτοκίνητό του στο ξενοδοχείο.
  Ο φόβος τους είχε πολλαπλασιάσει τους χτύπους της καρδιάς , που ετοιμαζόταν να σπάσει.
  Πήραν τηλέφωνο στο ξενοδοχείο, κι αφού τους είπε ο ρασεψιονίστ ότι υπάρχει διαθέσιμο δωμάτιο, ζήτησαν πολύ ευγενικά, να τους στείλει ένα ταξί , για να τους παραλάβει.
  ΄Ομως ο υπάλληλος του ξενοδοχείου ήταν απρόθυμος να τις εξυπηρετήσει, είτε γιατί αυτή ήταν η πολιτική του ξενοδοχείου, είτε γιατί φοβόταν τυχόν φάρσα.
  Ξάφνου σκέφτηκαν να απευθυνθούν στην Αστυνομία κι επειδή το τηλέφωνο ήταν κατειλημμένο ξανατηλεφώνησαν στο ξενοδοχείο, για να παρακαλέσουν για μια ακόμη φορά. Η μπαταρία του κινητού έπνεε τα λοίσθια και σε λίγο θα ήσαν έρμαιες στο πουθενά , μες το σκοτάδι , το κρύο και τ΄αγιάζι. Στο άγνωστο με αντίπαλο τον τρόμο.
  Είπαν στον ρεσεψιονίστ, ότι θα απευθυνθούν στην Αστυνομία, που αφήνει δυο αλλοδαπές κοπέλες μέσα στην άγρια νύχτα, και κάπου , μετά από την πολύ πίεση ευαρεστήθηκε ο υπάλληλος να τους στείλει ένα ταξί.
  Το ταξί τους τηλεφώνησε , ότι θα έφθανε σε μισή ώρα.
  ΄Εκλεισαν το κινητό για λίγο, μην μείνουν από τηλέφωνο και περίμεναν τρέμοντας από το κρύο, με μάτια στεγνά και τον φόβο να τους κόβει την ανάσα.
  Διερχόμενοι τις πείραζαν (ποιος ξέρει τι θα σκέφτονταν για τις δυο τους , άγρια μεσάνυχτα).
  ΄Ενα πράγμα τις κρατούσε όρθιες...
  Η οργή τους για την υποτιθέμενη φίλη και η θέλησή τους να μην πέσουν στην ανάγκη της.
   ΄Ηλθε το ταξί σε σαράντα πέντε λεπτά και τους πήγε στο ξενοδοχείο , το οποίο απείχε, από εκεί που βρίσκονταν, μισή ώρα.
  ΄Εφθασαν στο ξενοδοχείο στις 4 η ώρα και μετά τα διαδικαστικά ανέβηκαν στο δωμάτιο και το πρώτο που έτρεξαν να κάνουν ήταν να βάλουν τα κινητά τους στον φορτιστή.
  ΄Ηθελαν να μοιραστούν την εφιαλτική εμπειρία με την μικρή τους αδελφή στην Ελλάδα, που ξαγρυπνούσε με αγωνία.
  Η Ρεμί με την ευαίσθητη και παιχνιδιάρικη φωνή της ,στο άκουσμα της φωνής της Ζακλίν, αφού καθησύχασε ότι βρισκόντουσαν στο ξενοδοχείο,την επανέφερε στην πραγματικότητα.
  ''Χρόνια πολλά αδελφήηηη  !''
  Τότε συνειδητοποίησε η Ζακλίν τα γενέθλιά  της κι έβγαλε ένα χαμόγελο ανακούφισης, όπως κάθε φορά που τελείωνε ένα διαγώνισμα στο σχολείο.
  Η Πουπέτ επανέλαβε τα ''χρόνια πολλά'' αμέσως μετά την Ρεμί και θέλοντας να διώξει τα μαύρα σύννεφα της σημειολογίας, που εποφθαλμιούσε , είπε με  επιτηδευμένο στόμφο στην Ζακλίν.
 -''Είσαι μεγάλη , Ζακλίν , σε παραδέχομαι. Μετά το σημερινό δεν πρόκειται να σε λυγίσει τίποτα. Είμαι σίγουρη !''
  Τότε η Ζακλίν αντικατέστησε το δειλό τσίγκινο μειδίαμα, μ΄ένα τεράστιο ολάνθιστο χαμόγελο, ορθώνοντας το καταπονημένο της κορμί....'' Ευτυχώς που έχω αδελφές διαμάντια ! ''
   Η μέρα κύλισε , μετά τα απρόοπτα , όμορφα. ,Μάλιστα οι δυο αδελφές άλλαξαν ξενοδοχείο και πήγαν στο κέντρο του Παρισιού.
   Την επόμενη το πρωί οι γονείς έμαθαν τα καθέκαστα από την μικρή τους κόρη, με την σειρά που αρμόζει στην ψυχολογία. Πρώτα η μαμά , κι από την μαμά, με τον κατάλληλο προϊδεασμό, ο πατέρας.
  Ο πατέρας,  αυστηρός, αλλά καλόγνωμος με πολύ μοντέρνες ιδέες,λάτρης της γαλλικής κουλτούρας , με ευθεία επιρροή από την γαλλική επανάσταση του 1789, αλλά και την εξέγερση του Μάη του ΄68 , στο άκουσμα των ειδήσεων απογοητεύθηκε. Κυρίως από την Ράνια, που την γνώριζε από την Αγγλία. Την είχε πρωτοδεί στην εκκλησία και είχε συζητήσει αρκετές φορές μαζί της, πατρικά.
  Θυμήθηκε ότι κάποιος κοινός φίλος του είχε εκμυστηρευτεί , ότι το κορίτσι αντιμετώπιζε κατάθλιψη. Τότε το είχε προσπεράσει, θεωρώντας το ως κακεντρέχεια, και το είχε αποδώσει στην πίεση που βιώνουν οι διδακτορικοί φοιτητές.
  Κατάπιε μια πίκρα και προσπάθησε αρχικά να δικαιολογήσει την κατάσταση, για να κάνουν ως οικογένεια ψύχραιμη εκτίμηση, μετά από μερικές μέρες.
  Βέβαια μέσα του μετατοπίζονταν συθέμελα τα ζωτικά όργανα, όπως οι σεισμογενείς πλάκες κι ελλόχευε μια έκρηξη...
  ΄Ηλθε ξαφνικά την νύχτα, στον ύπνο του. Ξεκίνησε σαν πόνος στο στομάχι και φούσκωμα.
  Πυρετός κι ανησυχία. Ταλαιπωρία,ο ένας γιατρός μετά τον άλλο, νοσοκομείο,
 εξετάσεις και κόντρα εξετάσεις.
  Κρυφόλογα γύρω γύρω με νόημα (...φορτώνει κι αυτός), μέχρι να διασαφηνισθεί η διάγνωση.
  Πέτρα στην χολή και χολοκυστίτιδα.
  ... Το τηλέφωνο χτυπάει. και στην οθόνη εμφανίζεται το λογότυπο ..ΜΑΜΑ.
  Η μητέρα των κοριτσιών τους ανήγγειλε, ότι ο πατέρας τους βγήκε  και είναι μια χαρά.
  Τους είπε ότι καθυστέρησε η εγχείρηση, γιατί είχε πολλές συμφύσεις , που απαιτούσαν λεπτούς και χρονοβόρους χειρισμούς.
  ΄Ακουσαν από το βάθος και τον πατέρα τους να λέει...
 ''Γειά σας αγάπες μου ! ''
    Η Ζακλίν κοίταξε κάτω από το παράθυρο. Κόσμος ερχόταν από το εμπορικό κέντρο, ενώ ο ήλιος τους είχε θυμηθεί μετά από πολλές μουντές μέρες .
  ΄Εριχνε τις χρυσοκίτρινες αχτίδες του στα απέναντι νεοκλασικά κτίρια , φτιάχνοντας πανέμορφες ηλιογραφίες στο οδόστρωμα.
   ΄Ενα ''ουφ'' απ΄τα έγκατα της ύπαρξής της έστειλε την ενοχή που φώλιαζε μέσα της στο πολυκαιρισμένο βιβλίο της μνήμης.
   Ευτυχώς, είπε κι έκανε τον σταυρό της.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Στουμπάω, στουμπίζω-στούμπηγμα

Στουμπάω, στουμπίζω = Κτυπάω με δύναμη και λιώνω, θρυμματίζω, συμπιέζω .
                                           Χρησιμοποιείται από πολύ παλιά για τα κτυπήματα , που έχουν συντριπτικά αποτελέσματα.
                                         Λένε π.χ. ''στουμπάω τις μπριζόλες'' , που σημαίνει κοπανάω με κάποιο βαρύ ( σιδερένιο) αντικείμενο τις μπριζόλες .
                  '' ΄Επεσα και στούμπησα τα γόνατά μου'', που σημαίνει έπεσα και κτύπησα (τραυμάτησα) τα γόνατά μου.
                 '' Πρόσεχε με το σφυρί, θα στουμπήσεις το χέρι σου'', που σημαίνει πρόσεχε με το σφυρί ( πως κτυπάς) θα τραυματίσεις το χέρι σου.
                   ''Δεν προσέχει και είναι όλο στουμπήγματα'', που σημαίνει ότι δεν προσέχει και είναι γεμάτος μελανιές.-