Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

2 0 1 9









                                                       2019 ευχές για υγεία,
                                                                 ευτυχία
                                                       και μακροημέρευση !

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2018

Η καλή νεράιδα...

Κοιτάζει ξανά και ξανά το ηλεκτρονικό ρολόι κι η ώρα μοιάζει κολλημένη.
Έξω είναι μέρα φωτεινή, νωρίς το απόγευμα.Ακόμη ο ήλιος είναι κυρίαρχος, χωρίς καμιά σκιά να επιβουλεύεται την πρωτοκαθεδρία του, κάνει ένα υπόκωφο λογοπαίγνιο με τον άλλο του εαυτό.
Ο άλλος του εαυτός.....
Απολύτως υποταγμένος στον Ήλιο. Όσο διαφεντεύει εκείνος, ο άλλος είναι πειθαρχημένος,μην πω εξαφανισμένος.Όταν για κάποιο λόγο φύγει από το προσκήνιο ο άλλος θεριεύει και γίνεται απειλητικός, υπονομευτής κι εκβιαστής. Ανοίγει το μαντρί του και πετάγονται όλα τα κακά και ζιζάνια που κατατρώγουν την ύπαρξή του με την λεοντή της φοβίας, της ανασφάλειας, της δειλίας, της απαισιοδοξίας και της κατάθλιψης.
Ακούει ραδιόφωνο ασυναίσθητα, μόνο σαν υπόκρουση.
Το μυαλό είναι αγκιστρωμένο καλά στην προσμονή.
Κάνει ζέστη και κάθε λίγο σκουπίζει το μέτωπό του με την ανάστροφη παλάμη του.
Κάθεται στην πολυθρόνα του αβόλευτα διαβάζοντας διαγώνια την εφημερίδα του, χωρίς τίποτα να κλέβει το ενδιαφέρον του. Μόνο στην τελευταία σελίδα θυμήθηκε ότι δεν είδε πουθενά άρθρο του βασικού της σχολιαστή. Φευγαλέα σκέφτηκε , πόσο άδειασαν οι κυριακάτικες εφημερίδες. Κάποτε ήθελε δυο ώρες να την τελειώσει και τώρα ένα επί τροχάδην, ούτε για ζέσταμα.
 Τις επιπόλαιες σκέψεις του διέκοψε ένας θόρυβος παρατεταμένος. Βγαίνει στην μπαλκονόπορτα και βλέπει μια ξαφνική νεροποντή, σαν από το πουθενά. Μαύρισε ο ουρανός, ακούμπησε ο θόλος στις στέγες των σπιτιών και μόνο ο φωτισμένος σταυρός στον τρούλο της Αγίας Παρασκευής δείχνει σαν να λογχίζει με φως κι ελπίδα το έρεβος.
 Να θυμηθώ, μόλις τελειώσουν όλα να γράψω ένα ποίημα μονολόγησε, τσιτώνοντας την προσοχή του να αποτυπώσει εικόνες.
Μπήκε μέσα και ξανακοίταξε το ρολόι και στο καπάκι άκουσε το κουδούνι της εισόδου. Πετάχτηκε, πάτησε το κουμπί της εξώπορτας και βγήκε να δει.
Τίποτα.
Έχει πλάκα αναλογίστηκε δύσθυμα.
Βγήκε έξω, κοίταξε δεξιά-αριστερά, πάλι τίποτα. Σήκωσε απορημένος τους ώμους του κι επέστρεψε στην πολυθρόνα του.
Το ρολόι έδειχνε, ότι η ώρα είχε περάσει. Έκανε ν´ ανοίξει την τηλεόραση και προσπάθησε να βάλει σε τάξη όλα όσα του είχαν συμβεί.
Πρωί κατά τις επτά πήγαινε στην δουλειά του, όταν είδε στα δεξιά του μια γυναίκα πεσμένη να εκλιπαρεί για βοήθεια. Σταμάτησε, την είδε σε κακό χάλι και προθυμοποιήθηκε να την πάρει μαζί του, αφού του είπε ότι κοντά στην δουλειά του ήταν κι η δική της δουλειά. Του είπε ότι ένα αυτοκίνητο, που δεν πρόλαβε να δει την παρέσυρε με το καθρέπτη, καθώς βρισκόταν στην στάση και την πέταξε στο οδόστρωμα.Κάποιος προσφέρθηκε να την βοηθήσει και αντί να την σηκώσει την κλώτσησε και της πήρε την τσάντα.Κι όχι τίποτε άλλο, αλλά τα χρήματα (1800 ευρώ )ήταν για να πάρει αναστολή για τον πλειστηριασμό του σπιτιού της.
Την λυπήθηκε σφόδρα και προσφέρθηκε να την εξυπηρετήσει.
¨Έχω κάποια χρήματα για να πληρώσω την δόση του αυτοκινήτου μου, αλλά μπορώ και αύριο.Είναι φίλος μου ο μαντράς θα του εξηγήσω¨ Η γυναίκα που του είπε πως την έλεγαν Μυρτώ, του φίλησε τα χέρια και του είπε. ¨Πες μου που είναι το σπίτι σου και θα τα φέρω με τον σύζυγό μου.Είναι καθηγητής στο Λύκειο της συνοικίας σου. Μαθηματικός είναι και το απόγευμα κάνει ιδιαίτερα στην περιοχή σου, αραδιάζοντας ονόματα που είχε ακουστά στην γειτονιά.
Περίμενε την γυναίκα να του φέρει τα χρήματα. Μια έξω, μια στο κινητό του, μήπως τον πάρει τηλέφωνο.
 Είχε περάσει μισή ώρα από τον προγραμματισμένο ραντεβού κι έκανε για πολλοστή φορά την κίνηση να σηκωθεί, για να βγει έξω και να κατοπτεύσει , αν έρχεται.
Νιώθει κάτι να τον κρατάει απ´τον ώμο κι ένα κρύο μεταλλικό πράγμα να του πιέζει τον λαιμό κάτω από το αριστερό αυτί. Μια φωνή του λέει.¨μην μιλήσεις, δεν θα σε πειράξουμε.Που είναι τα λεφτά, φέρε τα λεφτά.¨

Κατέρρευσε.Δεν είχε δεκάρα τσακιστή. Προσπάθησε να εξηγήσει το πρωινό πάθημά του ,αλλά τους εξόργισε περισσότερο. Εμφανίστκηε μπροστά του ένας με κράνος μοτοποδηλάτου και του έριξε τέσσερις μπουνιές , κάνοντάς τον να μουδιάσει και να ματώσει.
-¨Τα λεφτά χαμένε, γρήγορα τα λεφτά και τα χρυσαφικά,γιατί θα σε σιδερώσω. ¨
Βάζει το ηλεκτρικό σίδερο στην πρίζα και το ακουμπάει στην κοιλιά του.
Πριν σπαράξει ακούει το κουδούνι να κτυπά.
-¨Παιδιά μη ! Τα λεφτά μου τα φέρανε , που σας έλεγα. Αλήθεια σας λέω. Να ανοίξω να τα πάρετε και να τελειώνουμε. Δεν έχω σας λέω άλλα χρήματα. Φτωχός υπάλληλος είμαι.Σας παρακαλώ ¨
Ο αρχηγός από τους δυο λέει.
-¨Βούλωσέ το, γιατί θα πεθάνεις.Τι μας πέρασες για να φάμε το παραμύθι σου.Σκασμός !°
Το κουδούνι συνέχισε να χτυπάει παρατεταμένα κι εμμονικά, μέχρι που οι δυο ληστές συνεννοήθηκαν με τα μάτια , τον έδεσαν σφιχτά και τον φίμωσαν , περνώντας ένα μαχαίρι στο στόμα του ,ως καψάλι, για να τον κόβει αν το ανοιγόκλεινε, κι έφυγαν από το πίσω παράθυρο, λέγοντάς του απειλητικά, να μην τολμήσει να σηκωθεί από την θέση του, γιατί θα ξαναγυρίσουν.
Το ρολόι έτρεχε σαν τρελό,τα χείλι του στην παραμικρή κίνηση σκίζονταν από την λάμα του μαχαιριού και πονούσαν.Τα χέρι του είχαν μουδιάσει από το σφιχτό δέσιμο και το μυαλό του είχε γίνει πλημμύρα. Καμπάνες άκουγε,κουδουνίσματα του έκαναν ηλεκτροσόκ, φωνές απόκοσμες, κράξιμο από καρακάξες!
Η κατάστασή του νόμισε ότι διήρκεσε μια ζωή.Σωστός εφιάλτης. Μέχρι που έσπασε την πόρτα η Αστυνομία, ειδοποιημένη από την γυναίκα που είχε βοηθήσει το πρωί.
.............
Ο ήλιος ....Η μέρα...Ο άγγελος...η καλή νεράιδα...
.------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
 Υ,Γ. Υπάρχουν πολλές όμοιες ιστορίες, αληθινές όπως κι η ζωή.
Σε άλλες το τέλος είναι ευχάριστο, όπως στην περίπτωσή μας , όπου η γυναίκα ως καλή νεράιδα ,φωνάζει την Αστυνομία και τον σώζει..
 Μπορεί κι ο ίδιος, με απαράμιλλο ηρωισμό κι αυταπάρνηση ,να γλυτώνει μόνος του.
  Σε λιγότερες περιπτώσεις εμφανίστηκε κάποιος, ως από μηχανής θεός και τον σώζει.
Σε άλλες  όμως περιπτώσεις ο φίλος μας έχει χάσει την ζωή του.Είτε γιατί δεν άντεξε την κακουχία, είτε γιατί πήγε κάτι λάθος, είτε γιατί οι κακοποιοί φοβήθηκαν ή ήσαν αναίσθητοι....
Ψυχραιμία και τύχη. Ο παράγοντας τύχη.
Και να λες μην σου τύχει!

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Τελευταία ευκαιρία...




Image result for nature, Landscape, Sunlight, Flowers Wallpapers HD


    Κάποτε ο Φαίδων είχε ενδώσει στην φορτικότητα μιας τσιγγάνας χειρομάντισσας κι είχε απλώσει το χέρι του. Του είχε πει κάμποσα, που τα είχε ακούσει αδιάφορα.
Μόνο του είχε μείνει μια φράση....''-Πριν πεθάνεις θά χεις μια ευκαιρία να μάθεις, αλλά δεν θα μπορείς να την χρησιμοποιήσεις ''
 Περπατούσε ο Φαίδωνας, περισσότερο από συνήθεια, κι άλλαζε συχνά πυκνά δρομολόγια για να μην βαριέται.
 ¨Ετσι και τούτη την φορά, είπε να κόψει δρόμο μέσα από μια γράνα, κι έπεσε σ΄ένα βαθύ σαϊτάρι* , που το κρύβανε τεράστια βάτα. Η άγρια εικόνα του τοπίου, του γρατζούνισε την αίσθηση, κάνοντάς τον ν´ ανατριχιάσει, πριν καν λαβωθεί.
Κοντοστέκεται στο μεταίχμιο του ''πισωμπρός'' και κατάχαμα στην πατησιά του βλέπει έναν παλιό καθρέπτη, πού ναι ρυτιδιασμένος από τριχοειδείς ρωγμές, σαν νά χει βγάλει γένια.
  Τα γράμματα ξεθωριασμένα, ένα , που νομίζει με τ´ άλλα δύο, που αχνοφαίνονται,  γράφει -έρα....Περισσότερο για ''καλησπέρα'' του παιχνίδιζε το μυαλό ότι γράφει, παρ´ ότι ´ηξερε πολύ καλά, πως αυτοί οι καθρέπτες έλεγαν ''καλημέρα''.
  Προσπαθεί να θυμηθεί,κι εκεί (δεν θέλει και πολύ φαίνεται) μεταφέρθηκε νοητικά αυτόματα, κι αναγνώρισε τον εαυτό του παιδί. Ίδιος κι απαράλλαχτος όπως τότε που καθρεφτιζόταν στις γούρνες του δρόμου, πηγαίνοντας στο σχολείο.
Με μια φόρμα μονόχρωμη μπλε βαθύ, ασορτί. Το από κάτω με λάστιχο στο τελείωμα και το πάνω σαν φούτερ με μικρό φερμουάρ στον λαιμό. Παπούτσι ελβιέλα και μια μπάλα δερμάτινη με λουρί κι εξογκώματα.
¨Ενα ρίγος τον διαπερνά, κι όπως κάνει να τακτοποιήσει τον πετρόκτιστο λαβύρινθο στο κεφάλι του, πισωπατεί.¨ Ένας αέρας γνώριμος και μυρωδάτος τον στέλνει πάλι στον καθρέπτη, αλλά τα πόδια του δειλιάσουν κι αντιστέκονται.
Ψάχνει να δει άλλα παιδιά του τότε, τζίφος. Κάποιοι άγνωστοι, αξύριστοι, καλοντυμένοι, περνούν σφαίρα με αυτοκίνητα, που ούτε είχε ξαναδεί .
¨-Ρε καν´νάς γνωστός ¨ πάει να διακωμωδήσει,μήπως και ξεπαγώσει, αλλά τίποτα.
Ξαφνικά γύρω του πηγαινοέρχεται περίεργος κόσμος και ντουνιάς.
Οι πιο πολλοί του είναι άγνωστοι, μπορεί παιδιά που μεγάλωσαν ή γνωστοί (γείτονες, συνεργάτες, συνάδελφοι,πελάτες κ.λ.π.), που άλλαξαν με τα χρόνια, σκέφτηκε παρηγορητικά.
 Ανάμεσα στο πλήθος οικείες μορφές, που τις έχει μάθει να θεριεύουν, όταν βρίσκεται με την πλάτη στης μοναξιάς το στενό σοκάκι.
Οι τύψεις με μαύρα ρούχα σκυφτές από το βαρύ φορτίο και δύσθυμες.
Οι ενοχές με ρούχα παραλλαγής πάνε τοίχο- τοίχο, μην πέσουν στο οπτικό του πεδίο.
Τα συναισθήματα με μπλουτζίν φθαρμένα,τατουάζ καβάλα σε μηχανές μεγάλου κυβισμού μαρσάρουν βάναυσα.
Τα όνειρα προδομένα τρεκλίζουν μ´ ένα μπουκάλι στο χέρι.
Οι στόχοι, άλλοι τακιμιασμένοι αλλού, άλλοι καταπατημένοι, κι άλλοι με φανταχτερά παράταιρα ρούχα , σαν παλιάτσοι.
Οι παιδικές  και οι ώριμες αγάπες, λιωμένα κεριά.
Τού´ ρχονται στο μυαλό οι παιδικοί φίλοι ,ό,τι πιο αγνό κι όμορφο, κι αρχίζει να τους ψάχνει μέσα στο πλήθος..
Κάποιους τους βλέπει, να προσποιούνται ότι δεν τον είδαν, κι απομακρύνονται αδιάφορα.
Κάποιοι άλλοι είναι εξαφανισμένοι- ένα σχολείο άντεξαν.
Αυτός, ο Φαίδωνας αυτοπροσώπως κι όλοι οι άλλοι.
 Στον ίδιο τόπο ξένοι, παράλληλα σύμπαντα.
Αποφάσισε, θα γυρίσει πίσω.
Σφούγγισε με ανάποδη παλάμη το μέτωπό του και πισωπάτησε.
Ο ορίζοντας κόνταινε τον ουρανό και στην δύση ο ήλιος ξάπλωνε στα πολύχρωμα σεντόνια του.
   Με μιας βρέθηκε στο χωριό του, όπου γινόταν η κηδεία του.
Ακολουθούσαν πίσω του σε πομπή, περίλυποι όλοι, όσους είχε συναντήσει προηγουμένως.
-Τον θυμάμαι...τον ήξερα...ήταν καλός άνθρωπος....θεός σχωρέστον ! έλεγαν μεταξύ τους εις επήκοον όλων.
   Δυο σταχτιά πουλιά παρακολούθησαν τα συμβάντα στον Φαίδωνα.
  Είχαν για καιρό χάσει την λαλιά τους, κι αφού σαράντισε έκαναν τον καημό τραγούδι.
 '' Μόνος έρχεσαι
   και μόνος φεύγεις,
   κι αν φίλους λες, πως  έχεις,
   ρώτα κι αυτούς , αν σ΄έχουν.''.


----------------------------------
* Σαϊτάρι= Βαθύ αυλάκι απορροής όμβριων υδάτων.

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Αργονωρίς !





  Η κοπέλα έχει προσεγγίσει πρώτη, με αέρα νεανικό, τον ξερακιανό πενηντάρη.
  -  Μόνος ;
  Ελαφρύ κατέβασμα στα ματοτσίνορα εκείνος..Τα χείλη κλειστά και σφαλισμένα.
  -  Από τύχη ή από άποψη ;.
  Οι ερωτήσεις ξεσπούσαν σαν κύμα στην μπουκαπόρτα.
  Ο χαμηλός φωτισμός στο απόμερο μπαράκι του Σίμου, λες και πασχίζει να κρύψει την πολιορκία , που εκτυλίσσεται στ´ απόσκια της αυτοσχέδιας μπάρας, δίκην κουπαστής.
  Δυο βότκες με λεμόνι διαδέχονται τα από ώρα άδεια κι αμήχανα ποτήρια τους, λες κι ο μπάρμαν διαφέντευε με την άκρη του ματιού του τις σιωπές και τις ανάσες τους.
-  Κερασμένα, βιάστηκε να υπογραμμίσει, με φιλικό συνοδευτικό χαμόγελο.
 Τα χέρια τους χαϊδεύουν τα ποτήρια, κάνοντας ένα νεύμα, στην υγειά σου, ενώ αγκάλιαζε το μαγαζί η φωνή του Μάριο Μπιόντι "this is what you are "  κι η κιθάρα του χτένιζε τ' ακόρντα στις πληγές του Στρατή.

  Μεσήλικας ο Στρατής,θαλασσοδαρμένος και πολυκύμαντος, απ' τους τύπους που συναντάς σπάνια στην ζωή, αλλά  βρίσκεις συχνά την φωτογραφία τους σε γυαλιστερά περιοδικά, όταν διαφημίζουν προϊόντα με την αρρενωπότητά τους.
 Σμιχτά πυκνά φρύδια, σκεπάζουν, ως προκάλυψη, δυο πράσινους φάρους που βλεφαρίζουν λαίμαργα . Μύτη ψηλό κατάρτι κρυμμένο από δυο φουσκωμένα πανιά. Χείλη εντελώς  ξεβαμμένα απ´ την αλμύρα κρύβουν επιμελώς μερικές πάλλευκες ξερολιθιές από δόντια.      Συμμετρικά ζυγωματικά, κι ατίθασα μαλλιά , που μισοκαλύπτουν δυο γυαλισμένα αυτιά, συνθέτουν το πρόσωπο του ήρωά μας μαζί με τις κυματιστές ρυτίδες , που δένουν με τόπους τόπους αποικίες από ληγμένα γένια.
 Αυτά είναι όσα περιγράφονται, γιατί πως να ορίσεις το μυστήριο που κρύβεται φωνάζοντας, την
αυτοπεποίθηση που ξεχειλίζει,την ζωντάνια που ανθίζει, όταν αποσύρεται το κύμα.
   Στην διπλανή καρέκλα η Εβελίνα, μια εικοσιπεντάχρονη πανέμορφη κοπέλα, θα στοιχημάτιζες ότι είναι μοντέλο ή ηθοποιός, αλλά δηλώνει καριερίστρια σε μεγάλη Τράπεζα, ανεξάρτητη, που έχει βάλει στόχο στην ζωή της να ρουφήξει τις στιγμές και να βιώσει την περιπέτεια.

Ο Στρατής έσκυψε το κεφάλι , ξεροκατάπιε κι απότομα το ανέβασε σαν ελατήριο.
Είχε από την αρχή που τον πλησίασε η Εβελίνα κεραυνοβοληθεί από εκείνη την γνώριμη πετριά , που  τού ´χε στοιχειώσει την ζωή και πάλευε, αποτυχημένα καθώς φαίνεται, να ξεχάσει.
  ´Ηταν πριν είκοσι πέντε χρόνια το πανηγύρι της Παναγιάς, κοντά στα ξημερώματα, όταν άδειος και ξεμεινεμένος από φίλους και συντρόφους, σηκώθηκε, πέρασε από  τα ορφανά μπροστινά καθίσματα της πλατείας και χόρεψε στην αυτοσχέδια πίστα, αργά και βασανιστικά ένα ζεϊμπέκικο και τέλειωσε με μια βαθιά υπόκλιση. Όλα έγιναν ξαφνικά. Ένα μακρόσυρτο χειροκρότημα, δυο φεγγάρια μάτια και μια πλανεύτρα αγκαλιά ολοκλήρωσαν της μοίρας την έκλαμψη.
Μια Μαρία  απ΄το πουθενά έγινε μονομιάς η πριγκήπισσά του κι ένοιωσε αυτοστιγμεί πειρατής και κουρσάρος, βασιλιάς και ηγεμόνας.
´Ερωτας ακαριαίος. Εκείνη γλυκιά και πειστική κι αυτός με τα κουπιά του να δαμάζει τα κύματα που ξαμόλαγαν οι καρδιές, ιχνηλατώντας άγνωστες κι αδιάβατες θάλασσες.
Και δόστου αγκαλιές και ραντεβουδάκια κάτω απ´ την μουριά στην άκρη της πλατείας, και όρκοι και φιλιά.
  Τρία μερόνυχτα όλη του η ζωή, συμπυκνωμένη.Τρεις νυχτιές σε άλλη διάσταση, που μαλάκωσαν τα πλακόστρωτα, που προσκύνησε ο βασιλικός το ασβέστη, που κολύμπησε το βλέμμα στου παραδείσου τα γλυκά νερά.
Κι ύστερα παγωνιά καταμεσής τον Αύγουστο...
´ Εφυγε βιαστικά στην Αθήνα για να φέρει τα πράγματά της , όπως του είπε. Εκείνος θα την περίμενε ακόμα, αν δεν τον καλούσαν μια μέρα στην ασφάλεια για ανακρίσεις. Είχε εκείνες τις μέρες γίνει ληστεία στην Τράπεζα , αλλά αυτός δεν είχε πάρει χαμπάρι.
 Μέχρι που του έδειξαν την φωτογραφία της.
 Την είδε και κατατρόμαξε, μια ασπρόμαυρη με φόντο το αναστημόμετρο της Σήμανσης και καμιά δεκαριά ονόματα στην λεζάντα.
΄Ηταν σεσημασμένη του είπαν και βρήκε εσένα τον μουρόχαυλο για να φυλάει τσίλιες στους δικούς της, χωρίς να δίνει στόχο.
 Στεναχωρήθηκε και τρόμαξε να το ξεπεράσει.Δεν ήταν η απόρριψη, δεν ήταν η χλεύη των συγχωριανών και το ασυνόριαστο κουτσομπολιό. ´Ηταν που όλες οι καλές στιγμές του πνίγηκαν στην κολυμπήθρα μιας απάτης.

 ....Σκέφτηκε για μια στιγμή να φύγει, να δώσει τόπο στο πάθος που δεν έλεγε να κοπάσει. Μα δεν είχε κάνει ποτέ πίσω στα δύσκολα,γιαυτό άλλωστε''καπετάν φουρτούνα''τον παρονόμαζαν.
  ´Εμεινε και παρήγγειλε μια ακόμη γύρα και για τους δυο τους.
  Βαθύ κι αφέγγαρο σκοτάδι έξω, ένας μαΐστρος μπερμπάντης τσουρνεύει ό,τι εύκαιρο έχει τριγύρω, ταΐζοντας τ´ αχόρταγα λευκά κύματα, καρέκλες, τραπέζια,κρεμασμένα φώτα, ρούχα απλωμένα, πανιά σκισμένα...
  Δεν είπε τίποτα , αφήνοντας την εικόνα του να ξεδιαλύνει με τους δικούς της δρόμους το μυστήριο της ζωής του.

   Πήρε την σκυτάλη η Εβελίνα με το ανέμελο ,που της χάριζε η απόσταση και το κλίμα των διακοπών και ξεκίνησε τις συστάσεις. Του είπε αλήθειες, τι είχε να κρύψει άλλωστε...
...-´ Ηλθα εδώ αναζητώντας μια φίλη μου απ´ το Πανεπιστήμιο, αλλά έμαθα ότι πήρε μετάθεση πριν δυο χρόνια για την πατρίδα της την Καβάλα. Κι έτσι έχω τρεις νύχτες και δυο μέρες στην διάθεσή μου να εξερευνήσω το νησί σου. Μεθαύριο θα έλθει το κότερο των φίλων μου και θα πάμε για τις Μικρές Κυκλάδες.
  Απασφάλισε ο Στρατής και έγινε εξερευνητής  στους δρόμους του κορμιού της. Ξανάνιωσε δίπλα της και της χάρισε κάθε ικμάδα της ύπαρξής του. Μέχρι την στιγμή που την βοήθησε να επιβιβαστεί στην γέφυρα του σκάφους.
  Την στιγμή που ....στράγγιξε  η κλεψύδρα και λιποθύμησε ο Στρατής στον αποχαιρετισμό.´Εκτοτε όλα έγιναν πίσσα, μηδενίστηκαν αισθήσεις, μνήμες, όνειρα , λες και τον κατάπιε η μαύρη άβυσσος.
  Ξύπνησε σ´ ´ενα κρεββάτι νοσοκομείου της Αθήνας ,κι από τότε ξεκίνησε να μετρά καινούργιος χρόνος. Στο προσκέφαλό του ανελλιπώς η Εβελίνα με μια φίλη της γιατρό. Μαντώ του συστήθηκε και διαμάντι ήταν.
 'Ηταν στο κότερο, τον ενημέρωσε η Εβελίνα, κι έτρεξε πρώτη να του δώσει το φιλί της ζωής, να τον συνοδεύσει αγόγγυστα με το super puma του Στρατού στην Αθήνα, να στείλει τις εξετάσεις του μέχρι και στο εξειδικευμένο κέντρο στην Αμερική, όπου έκανε την ειδικότητά της.
Τα νέα, του είπαν μια μέρα- ούτε που θυμάται μετά από πόσον καιρό, ήσαν καλά και θα τους έκανε την χάρη να τις ...συνοδεύσει στο νησί του.
  Σε τρεις μέρες ήταν της Παναγίας και ανυπομονούσαν να βρεθούν μαζί του στο πανηγύρι της Χώρας.
 ´Ενοιωθε πολύ δυνατός και είχε ξαναβρεί μαζί με την διάθεση και το χιούμορ του.
  " Αμέ, και βέβαια θα έρθετε μαζί μου. Θα πιούμε, θα χορέψουμε, έχει ανάγκη ο θαλασσόλυκος ; "
    Η Μαντώ ήταν υιοθετημένη από μια καλή οικογένεια που την μεγάλωσαν στα πούπουλα, με αρχές, φροντίδα κι αγάπη. Αρίστευε διαρκώς και σαν φυσική εξέλιξη ήλθε η Ιατρική για να διαμοιράσει σε όσους ήσαν ανήμποροι το περίσσευμα της αγάπης, που είχε πάρει. Οι δικοί της ''έφυγαν'' πριν δυο χρόνια , αμέσως μόλις πήρε το πτυχίο της, από τροχαίο.Έφυγε κι αυτή με υποτροφία στην Αμερική και γύρισε φέτος για διακοπές, κληρονομικά και μια βαθύτερη ανάγκη ν´ αναζητήσει τους βιολογικούς της γονείς, μήπως και πάρει την πολυπόθητη την απάντηση σ´ ένα “γιατί¨, που ρήμαζε τα σωθικά της.
  Την μάνα της την βρήκε σχετικά εύκολα από την  πράξη υιοθεσίας, άλλωστε μόνο τα δικά της στοιχεία είχε. Αγνώστου όμως πατρός.
  Την συνάντησε μια μέρα στο τελεφερίκ του καζίνο της Πάρνηθας , ήταν αδιάφορη,εκνευριστικά απρόθυμη και αγενής, ενώ της ζήτησε και χρήματα.Τελικά, με το αζημίωτο, της είπε ότι εκείνο τον καιρό ήταν ηθοποιός σ´ έναν περιοδεύοντα θίασο (μπουλούκι) και το μόνο που θυμόταν ή υποψιαζόταν για τον υποτιθέμενο πατέρα της, ήταν ότι χόρευε καταπληκτικά ένα αργό ζεϊμπέκικο.Μπορεί να ήταν και χορευτής είπε και δεν θυμόταν ούτε τ´ όνομά του. Της ζήτησε να μην την ξαναενοχλήσει και χωρίς να ρωτήσει τίποτα έφυγε βιαστικά , λέγοντας πίσω από την πλάτη ξεδιάντροπα ''συμβαίνουν αυτά ! ''.

   Παραμονή της Παναγιάς, τον δεκαπενταύγουστο, ο Στρατής ακολούθησε όλο το τελετουργικό μαζί με τα δυο κορίτσια. Εκκλησιασμός, λαμπάδα ίσια με το μπόι του, περιφορά της εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα χέρια του.
 Δεν ήταν και μικρό θαύμα ότι γλίτωσε στο πάρα τσακ.
 Χρωστάει χάρη και στα κορίτσια αλλά αυτά... έπονται.
  Πρώτο τραπέζι κοντά στην πίστα, πλούσιο φαγοπότι και πιόμα κατ´ εξαίρεση.
Το καλεί η Παναγιά είπε.
  Γλέντησαν μέχρι τα χαράματα.
  'Ωσπου το μπουζούκι γρατζούνισε τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς του Στρατή, καλώντας προσκλητήριο στα εσώψυχα.
  Σηκώθηκε ο Στρατής σαν από καθήκον. Στάθηκε στο κέντρο της πίστας κι έκανε με δέος τον σταυρό του.
  Στο μεταξύ μια κλήση στο κινητό της Μαντούς την έκανε να οπισθοχωρήσει πίσω απο το αιωνόβιο πλατάνι, όπου μίλησε για δυο λεπτά. ¨Οταν επέστρεψε στην πίστα δίπλα στην γονατισμένη Εβελίνα, ήδη ο Στρατής έφερνε αργές και περίτεχνες γύρες με απλωμένα τα χέρια σαν φτερά, σκάβοντας βαθιά στης ψυχής του την αδιάβατη σπηλιά.
 Στο μεταξύ όλοι οι θαμώνες πλησίασαν και χτυπούσαν ρυθμικά παλαμάκια στου Στρατή την κορύφωση.
   Δυο ποτάμια είχαν ξεχυθεί από τις Μαντούς τα μάτια κι έκαναν αυλάκι στην πίστα μέχρι τον πατέρα της.
   Ναι πριν από λίγο είχε πληροφορηθεί, σαν από τύχη,από την ανάλυση του dna συγκριτικά με το δικό της που υπήρχε στην τράπεζα του ερευνητικού κέντρου, όπου έκανε την ειδικότητά της, ότι ο Στρατής ήταν πατέρας της.
  Μετά από 25 χρόνια.
  Τόσο αργά.
Ο χορός κράτησε έναν αιώνα.
  Κι η αγκαλιά κρατάει ζεστή ακόμη....
   Τελικά τόσο νωρίς.
     Αργονωρίς !

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Ο Τσεβάς

       Aκατάλυπτες κουβέντες βγαίνουν απ΄το στόμα του, δίκην ηφαιστείου. ΄Αλλες κοφτερές σαν μαχαίρι, άλλες γάργαρες σαν νεράκι, κι άλλες σπασμένα βράχια.
 Ηλίου φαεινότερο πως αυτό που λέει το ζει. Μιλάει για κάτι που τον έχει σημαδέψει.
  ''Δεν έπρεπε...'' ψελλίζει.
  Κάθε τρεις και λίγο λέει ''δεν έπρεπε...'' και μετά λόγια μπερδεμένα σαν ζυμάρι με τον χρόνο.       Μουγκρητό, απόγνωση κιότεμα....
  Άν είχαν χρώμα θα ήταν γκρι απροσδιόριστο...
   Καθισμένος στο πρώτο απ΄τα τρία σκαλοπάτια της παλιάς ξύλινης πόρτας, σ΄ένα ερειπωμένο σπίτι.
   Φορούσε κουστούμι, παράταιρο πουκάμισο και γραβάτα με λαχούρια, έξω απ΄το κουμπωμένο σακάκι.
   Δοσμένα ρούχα κάποιου μακαρίτη. Σουλούπωναν ένα κορμί σπασμένο καράβι...
    Πρόσωπο ηλιοκαμένο, διπλοοργωμένο με φθινοπωριάτικες ρυτίδες, έντονα χείλη ξεπλυμένα απ΄την αβόλευτη γλώσσα και δυο μάτια αραχνιασμένοι φεγγίτες..

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

΄Οπου φύγει φύγει...

Χιόνια. Η μνήμη κάνει χιόνια κι ας είναι ο Οκτώβρης κοντομάνικος ακόμη. Κι ας περιμένει η θάλασσα κι ο ήλιος τους τελευταίους  τσαμπατζήδες .πελάτες.
Στ΄απέναντι κτίρια ο ήλιος φτιάχνει γκράφιτι στο λιόγερμα, κι ο βασιλικός ξεθυμαίνει.
Μικραίνει η μέρα, παρ΄όλα αυτά κι ο αέρας μαλακώνει τα Αυγουστιάτικα νεύρα του.
Αίφνης φωνές, πολλές παιδικές φωνές απ΄το σχόλασμα . Πέφτει η σκέψη απ΄το μπαλκόνι σε κιτρινισμένες σελίδες Αναγνωστικού. Και η μεταφορά είναι σύσσωμη. ΄Ενα ξύλινο τελάρο για κάθισμα, μια ψάθινη καρέκλα για τραπέζι, κι απάνω το βιβλίο.
Δίπλα , κατάχαμα η σάκα. Δυο βιβλία και πέντε τετράδια και μια φτηνή κασετίνα. Μια τσάντα γεμάτη ελλείψεις, παραφουσκωμένη, που μύριζε πολυκαιρισμένο βυρσοδεψείο.
 Κόντρα στον ήλιο, που κουρσεύει αλύπητη την τρυφερή ψυχή, τάζοντας ταξίδια , που ξεκινούν απ΄την εικόνα του βιβλίου.
Παιδί με κοντό παντελόνι, πλαστικά πέδιλα ''χούλα-χουπ'', μπλούζα με λαιμόκοψη  αρωματισμένη από μπουχό, ιδρώτα και πορτοκαλόφλουδες.
Μπροστά μια σειρά ψηλά κυπαρίσσια, δεξιά κι αριστερά χιλιάδες αμπελοκλήματα ρίχνουν τα φτερά. Στους κήπους τα λεμονοπορτόκαλα βάζουν χρώμα κι αρώματα, ενώ μια καρακάξα φεύγει βιαστικά, αφήνοντας πίσω της λαϊκές προκαταλήψεις να φουντώνουν.
Εκεί γεννήθηκε η ιδέα για ταξίδι. Στο παιδικό μυαλό ήταν ένα νοσταλγικό ταξίδι , μπορεί κι απόδραση. ΄Ενα πήγαινε- έλα μέχρι τις κορυφογραμμές του ορίζοντα. ΄Ισως και πίσω απ΄αυτές.
Ταξίδι ανέξοδο, με την ελαστικότητα που διακρίνει την παιδικότητα.
Τις νύχτες το  ταξίδι έπαιρνε πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά. Γινόταν μονοδιάστατο , χωρούσε ένα πρόσωπο ή έφτανε σ΄αυτό.
Ξανάφανε η μάνα απ΄το μεροδούλι, λίγο πριν την δύση. Φασκιωμένη με τα μακριά φουστάνια και το μαντήλι σφιχτοδεμένο με το ψάθινο καπέλο.
Τα βλέμματα...΄Ο,τι πιο καθαρό υπήρχε τριγύρω. ''Μάτι μου'' έλεγε κι έλαμπε η πλάση όλη.
- Διάβασε μάτι μου. Να μάθεις γράμματα και να φύγεις από δω χάμου. Να ρίξεις μαύρη πέτρα πίσω σου.
Και τα γράμματα ύφαιναν το φευγιό.
  Οι δυσκολίες το υπογράμμιζαν.
  Τα κλάματα το΄γραφαν με κεφαλαία.
Μια φυλακή ιδιότυπη ήταν η παιδική ηλικία. Να΄χει βγει δραπέτης το μυαλό και να καλεί το σώμα να χωρέσει από τα στενά τα κάγκελα.
  Να βλαστημάει που το αναγκάζει να γυροφέρνει στο τόπο του μαρτυρίου και στο τέλος να μπερδεύεται, όπως ο γάιδαρος με το σκοινί γύρω απ΄το παλούκι.
Το σκοινί, αυτό το άτιμο, που έκανε τις απόπειρες να συρθείς νωρίτερα απ΄το κανονικό ατελέσφορες.
Το ίδιο , σάμπως δεν γίνεται και τώρα.
Τόσο μακριά φευγάτος, γυροφέρνω νοερά γύρω απ΄το πατρικό το σπίτι.
Φαίνεται πως εγώ έφυγα, αλλά το παιδί έμεινε πίσω.
Κι όλο γυρνάω, κι όλο με φιλεύει ένα γέλιο κι ένα κλάμα.
Και μπορώ και ζω...

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Κριτική στο βιβλίο, ''Ιστορίες της Αλμύρας'' του Μιχάλη Καρπαθάκη.

    Η ζωή μ΄έκανε πουλί.
  Μην φανταστείς τίποτα ωδικό ή όμορφο.
  ΄Ενα ασήμαντο κι ακίνδυνο πουλί, που μ΄έχει έξω απ΄το κλουβί να βλέπω, να παρατηρώ και να διαβάζω.Κι όποιον γνωρίζω τον ρωτάω, σαν άλλη γοργόνα, επεκτείνοντας την παιδική μου απορία στην ακρογιαλιά....''κι εκεί που τελειώνει η θάλασσα , τι είναι και δεν χύνεται το νερό;''.
  Σε κάποια από τις κοντινές κι ανέφελες περιπλανήσεις μου, γνώρισα τον καπετάν Μιχάλη και με την γενναιόδωρη χειρονομία του Μίμη του Παπαγιαννάκη έγινα ευγνώνων κάτοχος ενός αντιτύπου, από το ημερολόγιο καταστρώματος της ψυχής του. Τις ''Ιστορίες της Αλμύρας''.
  Καβάλησα στο καμπούνι του πλοίου του, με την ορμή του αναγνώστη και την εμπειρία του αδαούς και χωρίς να το καταλάβω μπαρκάρισα λαθρεπιβάτης...
  Στην αρχή με το ''ΑΓΓΕΛΗΣ Σ'' για την Θεσσαλονίκη.
  Στην συνέχεια με το ''ΑΡΓΩ ΕΛΛΑΣ'' για την Ινδία.
  Γνώρισα τον καπετάν Γιώργη Μυλωνά και τους άλλους ναυτικούς.
  Ξανάζησα την χούντα με τα γίβεντα του πλοίου, κάτι σαν τα επίκαιρα ..

  ΄Επιασα λιμάνι στην Γιοκοχάμα της Ιαπωνίας τόσες πολλές φορές , που έγινα πράτιγος .
  Έμαθα τα μπαρ του Χιρόνο, σαν το σπίτι μου.
  Καλοπέρασα με τις κοπέλες του, μην σου πως πήγα να ερωτευτώ , αλλά εσύ με έβαζες , από ένα σημείο και μετά βατσιμάνη.
 ΄Εφτασε η χάρη μου στο Κέηπ Τάουν , πήγα Σιγκαπούρη, στην Κίνα του Μάο.