Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024

Κριτική στο βιβλίο ''Δωρητής σπέρματος'' του Μιχάλη Νικολαράκη


  Είχε την ευγενή καλοσύνη να μου το εγχειρίσει ο φίλος και συνάδελφος Μιχάλης Νικολαράκης την στιγμή του αποχαιρετισμού, στην σύναξη των ομοτάξιων  αποστράτων Αξιωματικών.

Βρέθηκα προ ευχάριστης εκπλήξεως, γιατί στην πραγματικότητα δεν συμπέσαμε κοντά όλη την ημέρα, για να πούμε πέντε κουβέντες, που να γεφυρώνουν ανεπαίσθητα τα 39 χρόνια, που είχαμε να βρεθούμε.Βέβαια η εκτίμηση αναλλοίωτη, όπως και η φιλία του ''Μισέλ'', όπως τον αποκαλούσα.

 Το άνοιξα να το διαβάσω αμέσως μόλις κάθισα στο  αεροπλάνο, από Θεσσαλονίκη για Αθήνα.

Πρώτα οπισθόφυλλο, όπου ήρθα σε επαφή με ένα εντοπισμένο σκαρίφημα του περιεχομένου, αλλά και το εξαιρετικό βιογραφικό του φίλου Μιχάλη , που λίγο ως πολύ ήξερα , από πληροφορίες και θαύμαζα.

Το κάθισμα δίπλα μου κενό, αλλά ήρθε και θρονιάστηκε, νοερά, ο ήρωας του βιβλίου (Πέτρος) και με συνεπήρε με την αφήγηση της ζωής του.

Ρέουσα αφήγηση, λόγος στρωτός, φιλικός στην εμπέδωση, ακριβής, μετρημένος, με σεβασμό στα συναισθήματα.

Μια ζωή αναφερόμενη στα χρόνια τα δικά μας, κατανοητή διήγηση , με σωστές ανάσες και παύσεις και με εικόνες έγχρωμες και ζωντανές, να τις ξεδιαλέγει εύκολα η ψυχή.

Το λογοτεχνικό αυτό πόνημα συναντά το λαϊκό αίσθημα, την ηθική, την πολιτισμική εξέλιξη, τα κοινά, τα ήθη κι έθιμα, τις εμπεδωμένες και διαχρονικές αξίες και τις βάζει να συνομιλήσουν με την τυχαιότητα και το απρόσμενο, τις πληγές της βιωματικής ,τους χαρακτήρες με τα λάθη και τις αστοχίες τους. Αποκαλύπτει μέρη που η ψυχή σπαρταρά ή ηρεμεί.

Παράγει συναισθήματα από αυτή την όσμοση και προσδίδει στην ιστορία  νευρικό σύστημα, ρυθμό και δικαολογητική βάση.

Το βιβλίο αυτό μας καλεί σε ένα ειλικρινή και βαθύ διάλογο με το κείμενό του, με τελικό ζητούμενο την ερμηνεία συμπεριφορών, την διεύρυνση των οριζόντων μας, την αναθεώρηση ή επιβεβαίωση εμπεδωμένων αξιών.

Αναλύει τα μυστικά και το αποτύπωμά τους και εκθέτει τα μισόλογα και τους φορείς τους.

Το βιβλίο του φίλου Μιχάλη έχει να μας πει μια γλαφυρή ιστορία και θα περάσει ο αναγνώστης-τρια, ευχάριστα για τον χρόνο που θα το διαβάσει. Δεν είναι αυτό μόνο.

Μας βάζει να σκεφθούμε, να ανταλλάξουμε απόψεις, να στηλιτεύσουμε συμπεριφορές ή να επαινέσουμε άλλες. 

Να πατήσουμε δρόμους απάτητους , ίσως γιατί η ζωή δεν μας τους έφερε μπροστά. 

Εισάγει ο ευφυής συγγραφέας μια πρόκληση, να εξελίξουμε την κοινωνική αυτοσυνειδησία μας, σε ένα πλαίσιο ιδεών, που θέτει τον άνθρωπο ψηλότερα, απελευθερώνοντάς τον από αγκυλώσεις και νοοτροπίες καθηλωτικές , που τον καθιστούν ευεπίφορο σε χειραγώγηση.

Είμαι συγκινημένος και περήφανος για το έργο του φίλου Μιχάλη Νικολαράκη

Εύγε Μισέλ !

Χρήστος Μαγκλάσης

(Κνάκαλος)

Πέμπτη 14 Απριλίου 2022

Βασίλης Κουμής

    Μου προσφέρθηκε ευγενικά το βιβλίο του Κώστα Γ. Βασιλείου, που έχει τίτλο ''ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΥΜΗΣ  ΄Ενας οδοιπόρος της ποιητικής'' από τις εκδόσεις Βασδέκη.

΄Ενα καλαίσθητο βιβλίο , πυκνής γραφής , με πολύ πλούσιο λεξιλόγιο κι αντίστοιχα νοήματα για το εξαιρετικό ποιητικό έργο του φίλου μου και γείτονα Βασίλη Κουμή.

Μέσα από την ανάγνωση αυτού του σημαντικού συγγραφικού πονήματος  μου δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσω , κι αναγνωρίσω την ματιά και την  λογοτεχνική δεξιότητα του συγγραφέα , όπως ακτινοσκοπεί το έργο του Βασίλη Κουμή.

 Του αξίζει αυτό το έργο του Βασίλη για την ανθρωπιά του, την ευαισθησία του, το ταλέντο και την προσφορά του στον Ελληνικό πολιτισμό.

Του Βασίλη Κουμή με την βιβλική μορφή, το σπινθηροβόλο βλέμμα, τον ταπεινό και ήρεμο λόγο,την γαλήνια παρουσία.

 Το σπουδαίο έργο του Βασίλη Κουμή, όπως προκύπτει κι από το βιβλίο, μας δείχνει ότι ο ποιητής γράφει όταν έχει κάτι σημαντικό να πει για το βάθος των πραγμάτων. Λειτουργεί για όλους τους αναγνώστες ως αφετηρία σκέψης και δυναμικό κίνητρο.

Εξαιρετικό.

Εύγε  !

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Κριτική στο βιβλίο «Δόκιμος καταστρώματος» ,του συγγραφέα κ.Μιχάλη Καρπαθάκη.

Ένα ελαφρύ αεράκι από την μεριά της θάλασσας δροσίζει την αριστερή παρειά και νοθεύει την αρμύρα με τα μεθύσματα του νυχτολούλουδου και του βασιλικού.
Απορούν οι γύρω μου, τι διαβάζω τόσο απορροφημένος, αλλά εγώ εκεί...
Πότε αδαής ναυτόπαις, πότε καμαρώτος, λοστρόμος , λαδάς ή τρίτος.
Τη μια βατσιμάνος, την άλλη βαρδιάνος, την παράλλη εξοδούχος.
Αναγνώστης επίμονος, πασχίζω να κορέσω την λειψή ζωή μου με εικόνες ναυτοσύνης ταξιδιάρικες, μεστές και πολύχρωμες.
Ένα-ένα καταβροχθίζω τα κεφάλαια στο πολύτιμο βιβλίο «Δόκιμος καταστρώματος» και νοερά, μα τόσο ζωντανά, αλλάζω τα καράβια κι εγκολπώνω το χαρισμένο ναυτικό φυλλάδιο.
 Άνδρος σταρ, Αντίπαρος, Άνδρος Μέντορ, Ωραία Κάλυμνος, Ταξιάρχης, Αργώ-Χίος, Αγία Φωτεινή, Αγία Κυριακή, Ωραία Κάλυμνος 2, Σάντα Άννα, Delphic Oracle, Delphic Miracle, Delphic Eagle, Άγγελος Λούζης, Μαριγώ, Καπετάν Γιάννης, Αργώ Ελλάς, Aegis Hope, Ευθύμης, Κυρά-Δέσποινα, Ευαγγελίστρια, Ελάφι, Σάντα Φε......
Μυρωδιές, χαρές και πίκρες, πελώρια κύματα,
 μποφώρ, αναποδιές και παραστρατήματα,
τόποι, λιμάνια, καημοί κι ανδραγαθήματα,
πρόσωπα, αλμύρα, κι αμέτρητα συναισθήματα.
Παντού ο Καπετάν Μιχάλης !
Με το συγγραφικό του ταλέντο ως πλοηγό, περιηγήθηκα τις σελίδες του βιβλίου του, σαν να μπάρκαρα τόσα ταξίδια, έζησα περιπέτειες, συνέλεξα πληροφορίες, μυήθηκα σε ορολογίες και διαδικασίες, που νιώθω ότι εμπλούτισα τις στέππες του μυαλού μου με δυσεύρετες εμπειρίες και διαλεγμένη γνώση.
Πρόσωπα εμβληματικά, ως άλλοι ναυαγοί, διεσώθησαν από την διαβρωτική αλμύρα και την αχόρταγη λησμονιά, αφού τα περισυνέλεξε στο βιβλίο του με στοργή, περισσή φροντίδα, λεπτομερή αναφορά, εκτίμηση και μεγαλείο ψυχής.
Δεινός αφηγητής, σε εξοικειώνει με τα πελώρια κύματα, τους απέραντους ωκεανούς, τον φόβο και τις δυσκολίες του καραβιού, χωρίς ν´ ανταριάζει η βολή σου.
Σε αφήνει, συγκαταβατικά, να δεις πίσω από τις γραμμές ,τις δαντέλλες της ψυχής του. Την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, την εκτίμηση στην φιλία, την ευγνωμοσύνη, την δημοκρατικότητα, την αφοσίωση, την καλοσύνη, την αναγνώριση, το ηθικό του αποτύπωμα και χνάρι.
Εκείνο που με συγκλόνισε όμως είναι η ματιά του στα πράγματα, όπως ξεχυλίζει μέσα κι ολόγυρα από τις γραμμές του πονήματός του.
Είδα σε ποια σημεία ο ήλιος της καρδιάς του χαρίζει το χρυσαφένιο χρώμα του. Στα ταπεινά του μεσημεριού και την ολοφάνερη αλήθεια τους.
Η ρέουσα και γάργαρη γραφή του κι οι ολοζώντανες εικόνες, προκαλούν διατοιχισμούς καρδιάς κι έντονα συναισθήματα, έτσι που αβίαστα μου βγαίνει ο χαρακτηρισμός του, ως λογοτέχνη εμποτισμού.
Το πέρας του βιβλίου αφήνει ένα κενό, όπως κάθε ταξίδι που φτάνει στο τέλος του.
Λες «θα το ξαναδιαβάσω», αλλά αυτό δεν αρκεί πια.
Καπετάνιε, μας καλόμαθες. Αναμένουμε το επόμενο και το μεθεπόμενο.

Χρήστος Μαγκλάσης Υγος ε.α.
  (Ποιητ.Κνάκαλος)

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2018

2 0 1 9









                                                       2019 ευχές για υγεία,
                                                                 ευτυχία
                                                       και μακροημέρευση !

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

Η καλή νεράιδα...

Κοιτάζει ξανά και ξανά το ηλεκτρονικό ρολόι κι η ώρα μοιάζει κολλημένη.
Έξω είναι μέρα φωτεινή, νωρίς το απόγευμα.Ακόμη ο ήλιος είναι κυρίαρχος, χωρίς καμιά σκιά να επιβουλεύεται την πρωτοκαθεδρία του, κάνει ένα υπόκωφο λογοπαίγνιο με τον άλλο του εαυτό.
Ο άλλος του εαυτός.....
Απολύτως υποταγμένος στον Ήλιο. Όσο διαφεντεύει εκείνος, ο άλλος είναι πειθαρχημένος,μην πω εξαφανισμένος.Όταν για κάποιο λόγο φύγει από το προσκήνιο ο άλλος θεριεύει και γίνεται απειλητικός, υπονομευτής κι εκβιαστής. Ανοίγει το μαντρί του και πετάγονται όλα τα κακά και ζιζάνια που κατατρώγουν την ύπαρξή του με την λεοντή της φοβίας, της ανασφάλειας, της δειλίας, της απαισιοδοξίας και της κατάθλιψης.
Ακούει ραδιόφωνο ασυναίσθητα, μόνο σαν υπόκρουση.
Το μυαλό είναι αγκιστρωμένο καλά στην προσμονή.
Κάνει ζέστη και κάθε λίγο σκουπίζει το μέτωπό του με την ανάστροφη παλάμη του.
Κάθεται στην πολυθρόνα του αβόλευτα διαβάζοντας διαγώνια την εφημερίδα του, χωρίς τίποτα να κλέβει το ενδιαφέρον του. Μόνο στην τελευταία σελίδα θυμήθηκε ότι δεν είδε πουθενά άρθρο του βασικού της σχολιαστή. Φευγαλέα σκέφτηκε , πόσο άδειασαν οι κυριακάτικες εφημερίδες. Κάποτε ήθελε δυο ώρες να την τελειώσει και τώρα ένα επί τροχάδην, ούτε για ζέσταμα.
 Τις επιπόλαιες σκέψεις του διέκοψε ένας θόρυβος παρατεταμένος. Βγαίνει στην μπαλκονόπορτα και βλέπει μια ξαφνική νεροποντή, σαν από το πουθενά. Μαύρισε ο ουρανός, ακούμπησε ο θόλος στις στέγες των σπιτιών και μόνο ο φωτισμένος σταυρός στον τρούλο της Αγίας Παρασκευής δείχνει σαν να λογχίζει με φως κι ελπίδα το έρεβος.
 Να θυμηθώ, μόλις τελειώσουν όλα να γράψω ένα ποίημα μονολόγησε, τσιτώνοντας την προσοχή του να αποτυπώσει εικόνες.
Μπήκε μέσα και ξανακοίταξε το ρολόι και στο καπάκι άκουσε το κουδούνι της εισόδου. Πετάχτηκε, πάτησε το κουμπί της εξώπορτας και βγήκε να δει.
Τίποτα.
Έχει πλάκα αναλογίστηκε δύσθυμα.
Βγήκε έξω, κοίταξε δεξιά-αριστερά, πάλι τίποτα. Σήκωσε απορημένος τους ώμους του κι επέστρεψε στην πολυθρόνα του.
Το ρολόι έδειχνε, ότι η ώρα είχε περάσει. Έκανε ν´ ανοίξει την τηλεόραση και προσπάθησε να βάλει σε τάξη όλα όσα του είχαν συμβεί.
Πρωί κατά τις επτά πήγαινε στην δουλειά του, όταν είδε στα δεξιά του μια γυναίκα πεσμένη να εκλιπαρεί για βοήθεια. Σταμάτησε, την είδε σε κακό χάλι και προθυμοποιήθηκε να την πάρει μαζί του, αφού του είπε ότι κοντά στην δουλειά του ήταν κι η δική της δουλειά. Του είπε ότι ένα αυτοκίνητο, που δεν πρόλαβε να δει την παρέσυρε με το καθρέπτη, καθώς βρισκόταν στην στάση και την πέταξε στο οδόστρωμα.Κάποιος προσφέρθηκε να την βοηθήσει και αντί να την σηκώσει την κλώτσησε και της πήρε την τσάντα.Κι όχι τίποτε άλλο, αλλά τα χρήματα (1800 ευρώ )ήταν για να πάρει αναστολή για τον πλειστηριασμό του σπιτιού της.
Την λυπήθηκε σφόδρα και προσφέρθηκε να την εξυπηρετήσει.
¨Έχω κάποια χρήματα για να πληρώσω την δόση του αυτοκινήτου μου, αλλά μπορώ και αύριο.Είναι φίλος μου ο μαντράς θα του εξηγήσω¨ Η γυναίκα που του είπε πως την έλεγαν Μυρτώ, του φίλησε τα χέρια και του είπε. ¨Πες μου που είναι το σπίτι σου και θα τα φέρω με τον σύζυγό μου.Είναι καθηγητής στο Λύκειο της συνοικίας σου. Μαθηματικός είναι και το απόγευμα κάνει ιδιαίτερα στην περιοχή σου, αραδιάζοντας ονόματα που είχε ακουστά στην γειτονιά.
Περίμενε την γυναίκα να του φέρει τα χρήματα. Μια έξω, μια στο κινητό του, μήπως τον πάρει τηλέφωνο.
 Είχε περάσει μισή ώρα από τον προγραμματισμένο ραντεβού κι έκανε για πολλοστή φορά την κίνηση να σηκωθεί, για να βγει έξω και να κατοπτεύσει , αν έρχεται.
Νιώθει κάτι να τον κρατάει απ´τον ώμο κι ένα κρύο μεταλλικό πράγμα να του πιέζει τον λαιμό κάτω από το αριστερό αυτί. Μια φωνή του λέει.¨μην μιλήσεις, δεν θα σε πειράξουμε.Που είναι τα λεφτά, φέρε τα λεφτά.¨

Κατέρρευσε.Δεν είχε δεκάρα τσακιστή. Προσπάθησε να εξηγήσει το πρωινό πάθημά του ,αλλά τους εξόργισε περισσότερο. Εμφανίστκηε μπροστά του ένας με κράνος μοτοποδηλάτου και του έριξε τέσσερις μπουνιές , κάνοντάς τον να μουδιάσει και να ματώσει.
-¨Τα λεφτά χαμένε, γρήγορα τα λεφτά και τα χρυσαφικά,γιατί θα σε σιδερώσω. ¨
Βάζει το ηλεκτρικό σίδερο στην πρίζα και το ακουμπάει στην κοιλιά του.
Πριν σπαράξει ακούει το κουδούνι να κτυπά.
-¨Παιδιά μη ! Τα λεφτά μου τα φέρανε , που σας έλεγα. Αλήθεια σας λέω. Να ανοίξω να τα πάρετε και να τελειώνουμε. Δεν έχω σας λέω άλλα χρήματα. Φτωχός υπάλληλος είμαι.Σας παρακαλώ ¨
Ο αρχηγός από τους δυο λέει.
-¨Βούλωσέ το, γιατί θα πεθάνεις.Τι μας πέρασες για να φάμε το παραμύθι σου.Σκασμός !°
Το κουδούνι συνέχισε να χτυπάει παρατεταμένα κι εμμονικά, μέχρι που οι δυο ληστές συνεννοήθηκαν με τα μάτια , τον έδεσαν σφιχτά και τον φίμωσαν , περνώντας ένα μαχαίρι στο στόμα του ,ως καψάλι, για να τον κόβει αν το ανοιγόκλεινε, κι έφυγαν από το πίσω παράθυρο, λέγοντάς του απειλητικά, να μην τολμήσει να σηκωθεί από την θέση του, γιατί θα ξαναγυρίσουν.
Το ρολόι έτρεχε σαν τρελό,τα χείλι του στην παραμικρή κίνηση σκίζονταν από την λάμα του μαχαιριού και πονούσαν.Τα χέρι του είχαν μουδιάσει από το σφιχτό δέσιμο και το μυαλό του είχε γίνει πλημμύρα. Καμπάνες άκουγε,κουδουνίσματα του έκαναν ηλεκτροσόκ, φωνές απόκοσμες, κράξιμο από καρακάξες!
Η κατάστασή του νόμισε ότι διήρκεσε μια ζωή.Σωστός εφιάλτης. Μέχρι που έσπασε την πόρτα η Αστυνομία, ειδοποιημένη από την γυναίκα που είχε βοηθήσει το πρωί.
.............
Ο ήλιος ....Η μέρα...Ο άγγελος...η καλή νεράιδα...
.------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
 Υ,Γ. Υπάρχουν πολλές όμοιες ιστορίες, αληθινές όπως κι η ζωή.
Σε άλλες το τέλος είναι ευχάριστο, όπως στην περίπτωσή μας , όπου η γυναίκα ως καλή νεράιδα ,φωνάζει την Αστυνομία και τον σώζει..
 Μπορεί κι ο ίδιος, με απαράμιλλο ηρωισμό κι αυταπάρνηση ,να γλυτώνει μόνος του.
  Σε λιγότερες περιπτώσεις εμφανίστηκε κάποιος, ως από μηχανής θεός και τον σώζει.
Σε άλλες  όμως περιπτώσεις ο φίλος μας έχει χάσει την ζωή του.Είτε γιατί δεν άντεξε την κακουχία, είτε γιατί πήγε κάτι λάθος, είτε γιατί οι κακοποιοί φοβήθηκαν ή ήσαν αναίσθητοι....
Ψυχραιμία και τύχη. Ο παράγοντας τύχη.
Και να λες μην σου τύχει!

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2018

Τελευταία ευκαιρία...




Image result for nature, Landscape, Sunlight, Flowers Wallpapers HD


    Κάποτε ο Φαίδων είχε ενδώσει στην φορτικότητα μιας τσιγγάνας χειρομάντισσας κι είχε απλώσει το χέρι του. Του είχε πει κάμποσα, που τα είχε ακούσει αδιάφορα.
Μόνο του είχε μείνει μια φράση....''-Πριν πεθάνεις θά χεις μια ευκαιρία να μάθεις, αλλά δεν θα μπορείς να την χρησιμοποιήσεις ''
 Περπατούσε ο Φαίδωνας, περισσότερο από συνήθεια, κι άλλαζε συχνά πυκνά δρομολόγια για να μην βαριέται.
 ¨Ετσι και τούτη την φορά, είπε να κόψει δρόμο μέσα από μια γράνα, κι έπεσε σ΄ένα βαθύ σαϊτάρι* , που το κρύβανε τεράστια βάτα. Η άγρια εικόνα του τοπίου, του γρατζούνισε την αίσθηση, κάνοντάς τον ν´ ανατριχιάσει, πριν καν λαβωθεί.
Κοντοστέκεται στο μεταίχμιο του ''πισωμπρός'' και κατάχαμα στην πατησιά του βλέπει έναν παλιό καθρέπτη, πού ναι ρυτιδιασμένος από τριχοειδείς ρωγμές, σαν νά χει βγάλει γένια.
  Τα γράμματα ξεθωριασμένα, ένα , που νομίζει με τ´ άλλα δύο, που αχνοφαίνονται,  γράφει -έρα....Περισσότερο για ''καλησπέρα'' του παιχνίδιζε το μυαλό ότι γράφει, παρ´ ότι ´ηξερε πολύ καλά, πως αυτοί οι καθρέπτες έλεγαν ''καλημέρα''.
  Προσπαθεί να θυμηθεί,κι εκεί (δεν θέλει και πολύ φαίνεται) μεταφέρθηκε νοητικά αυτόματα, κι αναγνώρισε τον εαυτό του παιδί. Ίδιος κι απαράλλαχτος όπως τότε που καθρεφτιζόταν στις γούρνες του δρόμου, πηγαίνοντας στο σχολείο.
Με μια φόρμα μονόχρωμη μπλε βαθύ, ασορτί. Το από κάτω με λάστιχο στο τελείωμα και το πάνω σαν φούτερ με μικρό φερμουάρ στον λαιμό. Παπούτσι ελβιέλα και μια μπάλα δερμάτινη με λουρί κι εξογκώματα.
¨Ενα ρίγος τον διαπερνά, κι όπως κάνει να τακτοποιήσει τον πετρόκτιστο λαβύρινθο στο κεφάλι του, πισωπατεί.¨ Ένας αέρας γνώριμος και μυρωδάτος τον στέλνει πάλι στον καθρέπτη, αλλά τα πόδια του δειλιάσουν κι αντιστέκονται.
Ψάχνει να δει άλλα παιδιά του τότε, τζίφος. Κάποιοι άγνωστοι, αξύριστοι, καλοντυμένοι, περνούν σφαίρα με αυτοκίνητα, που ούτε είχε ξαναδεί .
¨-Ρε καν´νάς γνωστός ¨ πάει να διακωμωδήσει,μήπως και ξεπαγώσει, αλλά τίποτα.
Ξαφνικά γύρω του πηγαινοέρχεται περίεργος κόσμος και ντουνιάς.
Οι πιο πολλοί του είναι άγνωστοι, μπορεί παιδιά που μεγάλωσαν ή γνωστοί (γείτονες, συνεργάτες, συνάδελφοι,πελάτες κ.λ.π.), που άλλαξαν με τα χρόνια, σκέφτηκε παρηγορητικά.
 Ανάμεσα στο πλήθος οικείες μορφές, που τις έχει μάθει να θεριεύουν, όταν βρίσκεται με την πλάτη στης μοναξιάς το στενό σοκάκι.
Οι τύψεις με μαύρα ρούχα σκυφτές από το βαρύ φορτίο και δύσθυμες.
Οι ενοχές με ρούχα παραλλαγής πάνε τοίχο- τοίχο, μην πέσουν στο οπτικό του πεδίο.
Τα συναισθήματα με μπλουτζίν φθαρμένα,τατουάζ καβάλα σε μηχανές μεγάλου κυβισμού μαρσάρουν βάναυσα.
Τα όνειρα προδομένα τρεκλίζουν μ´ ένα μπουκάλι στο χέρι.
Οι στόχοι, άλλοι τακιμιασμένοι αλλού, άλλοι καταπατημένοι, κι άλλοι με φανταχτερά παράταιρα ρούχα , σαν παλιάτσοι.
Οι παιδικές  και οι ώριμες αγάπες, λιωμένα κεριά.
Τού´ ρχονται στο μυαλό οι παιδικοί φίλοι ,ό,τι πιο αγνό κι όμορφο, κι αρχίζει να τους ψάχνει μέσα στο πλήθος..
Κάποιους τους βλέπει, να προσποιούνται ότι δεν τον είδαν, κι απομακρύνονται αδιάφορα.
Κάποιοι άλλοι είναι εξαφανισμένοι- ένα σχολείο άντεξαν.
Αυτός, ο Φαίδωνας αυτοπροσώπως κι όλοι οι άλλοι.
 Στον ίδιο τόπο ξένοι, παράλληλα σύμπαντα.
Αποφάσισε, θα γυρίσει πίσω.
Σφούγγισε με ανάποδη παλάμη το μέτωπό του και πισωπάτησε.
Ο ορίζοντας κόνταινε τον ουρανό και στην δύση ο ήλιος ξάπλωνε στα πολύχρωμα σεντόνια του.
   Με μιας βρέθηκε στο χωριό του, όπου γινόταν η κηδεία του.
Ακολουθούσαν πίσω του σε πομπή, περίλυποι όλοι, όσους είχε συναντήσει προηγουμένως.
-Τον θυμάμαι...τον ήξερα...ήταν καλός άνθρωπος....θεός σχωρέστον ! έλεγαν μεταξύ τους εις επήκοον όλων.
   Δυο σταχτιά πουλιά παρακολούθησαν τα συμβάντα στον Φαίδωνα.
  Είχαν για καιρό χάσει την λαλιά τους, κι αφού σαράντισε έκαναν τον καημό τραγούδι.
 '' Μόνος έρχεσαι
   και μόνος φεύγεις,
   κι αν φίλους λες, πως  έχεις,
   ρώτα κι αυτούς , αν σ΄έχουν.''.


----------------------------------
* Σαϊτάρι= Βαθύ αυλάκι απορροής όμβριων υδάτων.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Αργονωρίς !





  Η κοπέλα έχει προσεγγίσει πρώτη, με αέρα νεανικό, τον ξερακιανό πενηντάρη.
  -  Μόνος ;
  Ελαφρύ κατέβασμα στα ματοτσίνορα εκείνος..Τα χείλη κλειστά και σφαλισμένα.
  -  Από τύχη ή από άποψη ;.
  Οι ερωτήσεις ξεσπούσαν σαν κύμα στην μπουκαπόρτα.
  Ο χαμηλός φωτισμός στο απόμερο μπαράκι του Σίμου, λες και πασχίζει να κρύψει την πολιορκία , που εκτυλίσσεται στ´ απόσκια της αυτοσχέδιας μπάρας, δίκην κουπαστής.
  Δυο βότκες με λεμόνι διαδέχονται τα από ώρα άδεια κι αμήχανα ποτήρια τους, λες κι ο μπάρμαν διαφέντευε με την άκρη του ματιού του τις σιωπές και τις ανάσες τους.
-  Κερασμένα, βιάστηκε να υπογραμμίσει, με φιλικό συνοδευτικό χαμόγελο.
 Τα χέρια τους χαϊδεύουν τα ποτήρια, κάνοντας ένα νεύμα, στην υγειά σου, ενώ αγκάλιαζε το μαγαζί η φωνή του Μάριο Μπιόντι "this is what you are "  κι η κιθάρα του χτένιζε τ' ακόρντα στις πληγές του Στρατή.

  Μεσήλικας ο Στρατής,θαλασσοδαρμένος και πολυκύμαντος, απ' τους τύπους που συναντάς σπάνια στην ζωή, αλλά  βρίσκεις συχνά την φωτογραφία τους σε γυαλιστερά περιοδικά, όταν διαφημίζουν προϊόντα με την αρρενωπότητά τους.
 Σμιχτά πυκνά φρύδια, σκεπάζουν, ως προκάλυψη, δυο πράσινους φάρους που βλεφαρίζουν λαίμαργα . Μύτη ψηλό κατάρτι κρυμμένο από δυο φουσκωμένα πανιά. Χείλη εντελώς  ξεβαμμένα απ´ την αλμύρα κρύβουν επιμελώς μερικές πάλλευκες ξερολιθιές από δόντια.      Συμμετρικά ζυγωματικά, κι ατίθασα μαλλιά , που μισοκαλύπτουν δυο γυαλισμένα αυτιά, συνθέτουν το πρόσωπο του ήρωά μας μαζί με τις κυματιστές ρυτίδες , που δένουν με τόπους τόπους αποικίες από ληγμένα γένια.
 Αυτά είναι όσα περιγράφονται, γιατί πως να ορίσεις το μυστήριο που κρύβεται φωνάζοντας, την
αυτοπεποίθηση που ξεχειλίζει,την ζωντάνια που ανθίζει, όταν αποσύρεται το κύμα.
   Στην διπλανή καρέκλα η Εβελίνα, μια εικοσιπεντάχρονη πανέμορφη κοπέλα, θα στοιχημάτιζες ότι είναι μοντέλο ή ηθοποιός, αλλά δηλώνει καριερίστρια σε μεγάλη Τράπεζα, ανεξάρτητη, που έχει βάλει στόχο στην ζωή της να ρουφήξει τις στιγμές και να βιώσει την περιπέτεια.

Ο Στρατής έσκυψε το κεφάλι , ξεροκατάπιε κι απότομα το ανέβασε σαν ελατήριο.
Είχε από την αρχή που τον πλησίασε η Εβελίνα κεραυνοβοληθεί από εκείνη την γνώριμη πετριά , που  τού ´χε στοιχειώσει την ζωή και πάλευε, αποτυχημένα καθώς φαίνεται, να ξεχάσει.
  ´Ηταν πριν είκοσι πέντε χρόνια το πανηγύρι της Παναγιάς, κοντά στα ξημερώματα, όταν άδειος και ξεμεινεμένος από φίλους και συντρόφους, σηκώθηκε, πέρασε από  τα ορφανά μπροστινά καθίσματα της πλατείας και χόρεψε στην αυτοσχέδια πίστα, αργά και βασανιστικά ένα ζεϊμπέκικο και τέλειωσε με μια βαθιά υπόκλιση. Όλα έγιναν ξαφνικά. Ένα μακρόσυρτο χειροκρότημα, δυο φεγγάρια μάτια και μια πλανεύτρα αγκαλιά ολοκλήρωσαν της μοίρας την έκλαμψη.
Μια Μαρία  απ΄το πουθενά έγινε μονομιάς η πριγκήπισσά του κι ένοιωσε αυτοστιγμεί πειρατής και κουρσάρος, βασιλιάς και ηγεμόνας.
´Ερωτας ακαριαίος. Εκείνη γλυκιά και πειστική κι αυτός με τα κουπιά του να δαμάζει τα κύματα που ξαμόλαγαν οι καρδιές, ιχνηλατώντας άγνωστες κι αδιάβατες θάλασσες.
Και δόστου αγκαλιές και ραντεβουδάκια κάτω απ´ την μουριά στην άκρη της πλατείας, και όρκοι και φιλιά.
  Τρία μερόνυχτα όλη του η ζωή, συμπυκνωμένη.Τρεις νυχτιές σε άλλη διάσταση, που μαλάκωσαν τα πλακόστρωτα, που προσκύνησε ο βασιλικός το ασβέστη, που κολύμπησε το βλέμμα στου παραδείσου τα γλυκά νερά.
Κι ύστερα παγωνιά καταμεσής τον Αύγουστο...
´ Εφυγε βιαστικά στην Αθήνα για να φέρει τα πράγματά της , όπως του είπε. Εκείνος θα την περίμενε ακόμα, αν δεν τον καλούσαν μια μέρα στην ασφάλεια για ανακρίσεις. Είχε εκείνες τις μέρες γίνει ληστεία στην Τράπεζα , αλλά αυτός δεν είχε πάρει χαμπάρι.
 Μέχρι που του έδειξαν την φωτογραφία της.
 Την είδε και κατατρόμαξε, μια ασπρόμαυρη με φόντο το αναστημόμετρο της Σήμανσης και καμιά δεκαριά ονόματα στην λεζάντα.
΄Ηταν σεσημασμένη του είπαν και βρήκε εσένα τον μουρόχαυλο για να φυλάει τσίλιες στους δικούς της, χωρίς να δίνει στόχο.
 Στεναχωρήθηκε και τρόμαξε να το ξεπεράσει.Δεν ήταν η απόρριψη, δεν ήταν η χλεύη των συγχωριανών και το ασυνόριαστο κουτσομπολιό. ´Ηταν που όλες οι καλές στιγμές του πνίγηκαν στην κολυμπήθρα μιας απάτης.

 ....Σκέφτηκε για μια στιγμή να φύγει, να δώσει τόπο στο πάθος που δεν έλεγε να κοπάσει. Μα δεν είχε κάνει ποτέ πίσω στα δύσκολα,γιαυτό άλλωστε''καπετάν φουρτούνα''τον παρονόμαζαν.
  ´Εμεινε και παρήγγειλε μια ακόμη γύρα και για τους δυο τους.
  Βαθύ κι αφέγγαρο σκοτάδι έξω, ένας μαΐστρος μπερμπάντης τσουρνεύει ό,τι εύκαιρο έχει τριγύρω, ταΐζοντας τ´ αχόρταγα λευκά κύματα, καρέκλες, τραπέζια,κρεμασμένα φώτα, ρούχα απλωμένα, πανιά σκισμένα...
  Δεν είπε τίποτα , αφήνοντας την εικόνα του να ξεδιαλύνει με τους δικούς της δρόμους το μυστήριο της ζωής του.

   Πήρε την σκυτάλη η Εβελίνα με το ανέμελο ,που της χάριζε η απόσταση και το κλίμα των διακοπών και ξεκίνησε τις συστάσεις. Του είπε αλήθειες, τι είχε να κρύψει άλλωστε...
...-´ Ηλθα εδώ αναζητώντας μια φίλη μου απ´ το Πανεπιστήμιο, αλλά έμαθα ότι πήρε μετάθεση πριν δυο χρόνια για την πατρίδα της την Καβάλα. Κι έτσι έχω τρεις νύχτες και δυο μέρες στην διάθεσή μου να εξερευνήσω το νησί σου. Μεθαύριο θα έλθει το κότερο των φίλων μου και θα πάμε για τις Μικρές Κυκλάδες.
  Απασφάλισε ο Στρατής και έγινε εξερευνητής  στους δρόμους του κορμιού της. Ξανάνιωσε δίπλα της και της χάρισε κάθε ικμάδα της ύπαρξής του. Μέχρι την στιγμή που την βοήθησε να επιβιβαστεί στην γέφυρα του σκάφους.
  Την στιγμή που ....στράγγιξε  η κλεψύδρα και λιποθύμησε ο Στρατής στον αποχαιρετισμό.´Εκτοτε όλα έγιναν πίσσα, μηδενίστηκαν αισθήσεις, μνήμες, όνειρα , λες και τον κατάπιε η μαύρη άβυσσος.
  Ξύπνησε σ´ ´ενα κρεββάτι νοσοκομείου της Αθήνας ,κι από τότε ξεκίνησε να μετρά καινούργιος χρόνος. Στο προσκέφαλό του ανελλιπώς η Εβελίνα με μια φίλη της γιατρό. Μαντώ του συστήθηκε και διαμάντι ήταν.
 'Ηταν στο κότερο, τον ενημέρωσε η Εβελίνα, κι έτρεξε πρώτη να του δώσει το φιλί της ζωής, να τον συνοδεύσει αγόγγυστα με το super puma του Στρατού στην Αθήνα, να στείλει τις εξετάσεις του μέχρι και στο εξειδικευμένο κέντρο στην Αμερική, όπου έκανε την ειδικότητά της.
Τα νέα, του είπαν μια μέρα- ούτε που θυμάται μετά από πόσον καιρό, ήσαν καλά και θα τους έκανε την χάρη να τις ...συνοδεύσει στο νησί του.
  Σε τρεις μέρες ήταν της Παναγίας και ανυπομονούσαν να βρεθούν μαζί του στο πανηγύρι της Χώρας.
 ´Ενοιωθε πολύ δυνατός και είχε ξαναβρεί μαζί με την διάθεση και το χιούμορ του.
  " Αμέ, και βέβαια θα έρθετε μαζί μου. Θα πιούμε, θα χορέψουμε, έχει ανάγκη ο θαλασσόλυκος ; "
    Η Μαντώ ήταν υιοθετημένη από μια καλή οικογένεια που την μεγάλωσαν στα πούπουλα, με αρχές, φροντίδα κι αγάπη. Αρίστευε διαρκώς και σαν φυσική εξέλιξη ήλθε η Ιατρική για να διαμοιράσει σε όσους ήσαν ανήμποροι το περίσσευμα της αγάπης, που είχε πάρει. Οι δικοί της ''έφυγαν'' πριν δυο χρόνια , αμέσως μόλις πήρε το πτυχίο της, από τροχαίο.Έφυγε κι αυτή με υποτροφία στην Αμερική και γύρισε φέτος για διακοπές, κληρονομικά και μια βαθύτερη ανάγκη ν´ αναζητήσει τους βιολογικούς της γονείς, μήπως και πάρει την πολυπόθητη την απάντηση σ´ ένα “γιατί¨, που ρήμαζε τα σωθικά της.
  Την μάνα της την βρήκε σχετικά εύκολα από την  πράξη υιοθεσίας, άλλωστε μόνο τα δικά της στοιχεία είχε. Αγνώστου όμως πατρός.
  Την συνάντησε μια μέρα στο τελεφερίκ του καζίνο της Πάρνηθας , ήταν αδιάφορη,εκνευριστικά απρόθυμη και αγενής, ενώ της ζήτησε και χρήματα.Τελικά, με το αζημίωτο, της είπε ότι εκείνο τον καιρό ήταν ηθοποιός σ´ έναν περιοδεύοντα θίασο (μπουλούκι) και το μόνο που θυμόταν ή υποψιαζόταν για τον υποτιθέμενο πατέρα της, ήταν ότι χόρευε καταπληκτικά ένα αργό ζεϊμπέκικο.Μπορεί να ήταν και χορευτής είπε και δεν θυμόταν ούτε τ´ όνομά του. Της ζήτησε να μην την ξαναενοχλήσει και χωρίς να ρωτήσει τίποτα έφυγε βιαστικά , λέγοντας πίσω από την πλάτη ξεδιάντροπα ''συμβαίνουν αυτά ! ''.

   Παραμονή της Παναγιάς, τον δεκαπενταύγουστο, ο Στρατής ακολούθησε όλο το τελετουργικό μαζί με τα δυο κορίτσια. Εκκλησιασμός, λαμπάδα ίσια με το μπόι του, περιφορά της εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα χέρια του.
 Δεν ήταν και μικρό θαύμα ότι γλίτωσε στο πάρα τσακ.
 Χρωστάει χάρη και στα κορίτσια αλλά αυτά... έπονται.
  Πρώτο τραπέζι κοντά στην πίστα, πλούσιο φαγοπότι και πιόμα κατ´ εξαίρεση.
Το καλεί η Παναγιά είπε.
  Γλέντησαν μέχρι τα χαράματα.
  'Ωσπου το μπουζούκι γρατζούνισε τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς του Στρατή, καλώντας προσκλητήριο στα εσώψυχα.
  Σηκώθηκε ο Στρατής σαν από καθήκον. Στάθηκε στο κέντρο της πίστας κι έκανε με δέος τον σταυρό του.
  Στο μεταξύ μια κλήση στο κινητό της Μαντούς την έκανε να οπισθοχωρήσει πίσω απο το αιωνόβιο πλατάνι, όπου μίλησε για δυο λεπτά. ¨Οταν επέστρεψε στην πίστα δίπλα στην γονατισμένη Εβελίνα, ήδη ο Στρατής έφερνε αργές και περίτεχνες γύρες με απλωμένα τα χέρια σαν φτερά, σκάβοντας βαθιά στης ψυχής του την αδιάβατη σπηλιά.
 Στο μεταξύ όλοι οι θαμώνες πλησίασαν και χτυπούσαν ρυθμικά παλαμάκια στου Στρατή την κορύφωση.
   Δυο ποτάμια είχαν ξεχυθεί από τις Μαντούς τα μάτια κι έκαναν αυλάκι στην πίστα μέχρι τον πατέρα της.
   Ναι πριν από λίγο είχε πληροφορηθεί, σαν από τύχη,από την ανάλυση του dna συγκριτικά με το δικό της που υπήρχε στην τράπεζα του ερευνητικού κέντρου, όπου έκανε την ειδικότητά της, ότι ο Στρατής ήταν πατέρας της.
  Μετά από 25 χρόνια.
  Τόσο αργά.
Ο χορός κράτησε έναν αιώνα.
  Κι η αγκαλιά κρατάει ζεστή ακόμη....
   Τελικά τόσο νωρίς.
     Αργονωρίς !

Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Ο Τσεβάς

       Aκατάλυπτες κουβέντες βγαίνουν απ΄το στόμα του, δίκην ηφαιστείου. ΄Αλλες κοφτερές σαν μαχαίρι, άλλες γάργαρες σαν νεράκι, κι άλλες σπασμένα βράχια.
 Ηλίου φαεινότερο πως αυτό που λέει το ζει. Μιλάει για κάτι που τον έχει σημαδέψει.
  ''Δεν έπρεπε...'' ψελλίζει.
  Κάθε τρεις και λίγο λέει ''δεν έπρεπε...'' και μετά λόγια μπερδεμένα σαν ζυμάρι με τον χρόνο.       Μουγκρητό, απόγνωση κιότεμα....
  Άν είχαν χρώμα θα ήταν γκρι απροσδιόριστο...
   Καθισμένος στο πρώτο απ΄τα τρία σκαλοπάτια της παλιάς ξύλινης πόρτας, σ΄ένα ερειπωμένο σπίτι.
   Φορούσε κουστούμι, παράταιρο πουκάμισο και γραβάτα με λαχούρια, έξω απ΄το κουμπωμένο σακάκι.
   Δοσμένα ρούχα κάποιου μακαρίτη. Σουλούπωναν ένα κορμί σπασμένο καράβι...
    Πρόσωπο ηλιοκαμένο, διπλοοργωμένο με φθινοπωριάτικες ρυτίδες, έντονα χείλη ξεπλυμένα απ΄την αβόλευτη γλώσσα και δυο μάτια αραχνιασμένοι φεγγίτες..

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

΄Οπου φύγει φύγει...

Χιόνια. Η μνήμη κάνει χιόνια κι ας είναι ο Οκτώβρης κοντομάνικος ακόμη. Κι ας περιμένει η θάλασσα κι ο ήλιος τους τελευταίους  τσαμπατζήδες .πελάτες.
Στ΄απέναντι κτίρια ο ήλιος φτιάχνει γκράφιτι στο λιόγερμα, κι ο βασιλικός ξεθυμαίνει.
Μικραίνει η μέρα, παρ΄όλα αυτά κι ο αέρας μαλακώνει τα Αυγουστιάτικα νεύρα του.
Αίφνης φωνές, πολλές παιδικές φωνές απ΄το σχόλασμα . Πέφτει η σκέψη απ΄το μπαλκόνι σε κιτρινισμένες σελίδες Αναγνωστικού. Και η μεταφορά είναι σύσσωμη. ΄Ενα ξύλινο τελάρο για κάθισμα, μια ψάθινη καρέκλα για τραπέζι, κι απάνω το βιβλίο.
Δίπλα , κατάχαμα η σάκα. Δυο βιβλία και πέντε τετράδια και μια φτηνή κασετίνα. Μια τσάντα γεμάτη ελλείψεις, παραφουσκωμένη, που μύριζε πολυκαιρισμένο βυρσοδεψείο.
 Κόντρα στον ήλιο, που κουρσεύει αλύπητη την τρυφερή ψυχή, τάζοντας ταξίδια , που ξεκινούν απ΄την εικόνα του βιβλίου.
Παιδί με κοντό παντελόνι, πλαστικά πέδιλα ''χούλα-χουπ'', μπλούζα με λαιμόκοψη  αρωματισμένη από μπουχό, ιδρώτα και πορτοκαλόφλουδες.
Μπροστά μια σειρά ψηλά κυπαρίσσια, δεξιά κι αριστερά χιλιάδες αμπελοκλήματα ρίχνουν τα φτερά. Στους κήπους τα λεμονοπορτόκαλα βάζουν χρώμα κι αρώματα, ενώ μια καρακάξα φεύγει βιαστικά, αφήνοντας πίσω της λαϊκές προκαταλήψεις να φουντώνουν.
Εκεί γεννήθηκε η ιδέα για ταξίδι. Στο παιδικό μυαλό ήταν ένα νοσταλγικό ταξίδι , μπορεί κι απόδραση. ΄Ενα πήγαινε- έλα μέχρι τις κορυφογραμμές του ορίζοντα. ΄Ισως και πίσω απ΄αυτές.
Ταξίδι ανέξοδο, με την ελαστικότητα που διακρίνει την παιδικότητα.
Τις νύχτες το  ταξίδι έπαιρνε πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά. Γινόταν μονοδιάστατο , χωρούσε ένα πρόσωπο ή έφτανε σ΄αυτό.
Ξανάφανε η μάνα απ΄το μεροδούλι, λίγο πριν την δύση. Φασκιωμένη με τα μακριά φουστάνια και το μαντήλι σφιχτοδεμένο με το ψάθινο καπέλο.
Τα βλέμματα...΄Ο,τι πιο καθαρό υπήρχε τριγύρω. ''Μάτι μου'' έλεγε κι έλαμπε η πλάση όλη.
- Διάβασε μάτι μου. Να μάθεις γράμματα και να φύγεις από δω χάμου. Να ρίξεις μαύρη πέτρα πίσω σου.
Και τα γράμματα ύφαιναν το φευγιό.
  Οι δυσκολίες το υπογράμμιζαν.
  Τα κλάματα το΄γραφαν με κεφαλαία.
Μια φυλακή ιδιότυπη ήταν η παιδική ηλικία. Να΄χει βγει δραπέτης το μυαλό και να καλεί το σώμα να χωρέσει από τα στενά τα κάγκελα.
  Να βλαστημάει που το αναγκάζει να γυροφέρνει στο τόπο του μαρτυρίου και στο τέλος να μπερδεύεται, όπως ο γάιδαρος με το σκοινί γύρω απ΄το παλούκι.
Το σκοινί, αυτό το άτιμο, που έκανε τις απόπειρες να συρθείς νωρίτερα απ΄το κανονικό ατελέσφορες.
Το ίδιο , σάμπως δεν γίνεται και τώρα.
Τόσο μακριά φευγάτος, γυροφέρνω νοερά γύρω απ΄το πατρικό το σπίτι.
Φαίνεται πως εγώ έφυγα, αλλά το παιδί έμεινε πίσω.
Κι όλο γυρνάω, κι όλο με φιλεύει ένα γέλιο κι ένα κλάμα.
Και μπορώ και ζω...

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Κριτική στο βιβλίο, ''Ιστορίες της Αλμύρας'' του Μιχάλη Καρπαθάκη.

    Η ζωή μ΄έκανε πουλί.
  Μην φανταστείς τίποτα ωδικό ή όμορφο.
  ΄Ενα ασήμαντο κι ακίνδυνο πουλί, που μ΄έχει έξω απ΄το κλουβί να βλέπω, να παρατηρώ και να διαβάζω.Κι όποιον γνωρίζω τον ρωτάω, σαν άλλη γοργόνα, επεκτείνοντας την παιδική μου απορία στην ακρογιαλιά....''κι εκεί που τελειώνει η θάλασσα , τι είναι και δεν χύνεται το νερό;''.
  Σε κάποια από τις κοντινές κι ανέφελες περιπλανήσεις μου, γνώρισα τον καπετάν Μιχάλη και με την γενναιόδωρη χειρονομία του Μίμη του Παπαγιαννάκη έγινα ευγνώνων κάτοχος ενός αντιτύπου, από το ημερολόγιο καταστρώματος της ψυχής του. Τις ''Ιστορίες της Αλμύρας''.
  Καβάλησα στο καμπούνι του πλοίου του, με την ορμή του αναγνώστη και την εμπειρία του αδαούς και χωρίς να το καταλάβω μπαρκάρισα λαθρεπιβάτης...
  Στην αρχή με το ''ΑΓΓΕΛΗΣ Σ'' για την Θεσσαλονίκη.
  Στην συνέχεια με το ''ΑΡΓΩ ΕΛΛΑΣ'' για την Ινδία.
  Γνώρισα τον καπετάν Γιώργη Μυλωνά και τους άλλους ναυτικούς.
  Ξανάζησα την χούντα με τα γίβεντα του πλοίου, κάτι σαν τα επίκαιρα ..

  ΄Επιασα λιμάνι στην Γιοκοχάμα της Ιαπωνίας τόσες πολλές φορές , που έγινα πράτιγος .
  Έμαθα τα μπαρ του Χιρόνο, σαν το σπίτι μου.
  Καλοπέρασα με τις κοπέλες του, μην σου πως πήγα να ερωτευτώ , αλλά εσύ με έβαζες , από ένα σημείο και μετά βατσιμάνη.
 ΄Εφτασε η χάρη μου στο Κέηπ Τάουν , πήγα Σιγκαπούρη, στην Κίνα του Μάο.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

2016




Χρόνια πολλά και καλά,

με υγεία, έμπνευση και δημιουργικότητα.

Ευτυχές το νέον έτος 2016 !

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Φίδι , που σ΄έφαγε...





   Σερνόταν η ΄Ανοιξη κι ας ήταν Ιούνης.
 Ο Κίτσος έτρεχε, μπουχός , ιδρώτας και κλάμα τον μούστριζαν.
Μόνο μια μύξα σφούγγισε στο σχισμένο μανίκι.
   Είχε ξεχάσει τις λιοπάνες στο καλύβι, με συνέπεια να γυρίσει απροειδοποίητα, κι εκεί έπιασε την γυναίκα του,την Μαίρη,την αθεόφοβη, καβάλα με τον Θωμά τον θεριζεργάτη στα χωράφια.
  Την είδε τσίτσιδη στην αχυρόστρωση, κι έπαθε.
   Πριν φωνάξει τον πρόλαβε μια κραυγή κι ένα χλιμίντρισμα.
  ΄Ενα φόρτωμα καντήλια δραπέτευσαν απ΄το στόμα του, δίνοντας ώθηση στην αναπάντεχη πιλάλα, που του' λαχε .
 Νταρντάνα η Μαίρη , αμυγδαλωμάτα,με καπούλια, τό΄παιζε το μάτι.
 ΄Ολο κάτι μισόλογα άκουγε στο χωριό, αλλά τα ξεχνούσε, καθώς βολευόταν ανάμεσα στα στήθια της.
 Ταμπλάς του ήλθε με το που τους είδε και λάκιξε.
  Το είχε ορκιστεί, αν τύχαινε σ΄αυτόν τέτοιο πράγμα, να φύγει, να χαθεί από προσώπου γης.
   Κι έτσι έφυγε, κι έτρεχε, μέχρι που απόστασε.
  Πέρασε το διάσελο και διάλεξε μια πέτρα, να μην τον βλέπει κανείς και να ανασυντάξει τις σκέψεις του.
Δεν είχε δει ,στο σάστισμά του, την οχιά κάτω από την πέτρα.
Από μικρό τον ταλάνιζε η μητρική κατάρα...''Φίδι που σ΄έφαγε....''

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

Εφιάλτης...

      Ξημερώνει παραμονή Χριστουγέννων, κι εδώ και λίγη ώρα στριμώχνεται στο μπαλκόνι του τρίτου, κάτω από ένα τσίγκο,  που σκεπάζει δυο λίμπες λαδιού. Βρέχει καταρρακτωδώς και δεν μπορεί να καταλάβει, αν ο ήχος της βροχής ή η αγωνία του, τρυπούν τα μηνίγκια του.
  Ο Ορφέας τα έχει, εδώ και τρεις μήνες, με μια ξανθιά καλλονή , που συμβαίνει να είναι παντρεμένη. Ο έρωτάς τους έχει σπάσει το φράγμα της λογικής και παρασύρει στο πέρασμά του κάθε συμβατικότητα.
  Πρώτη φορά πήγε στο σπίτι της, γιατί τον διαβεβαίωσε, λέγοντάς του ότι αυτή έχει την ευθύνη, ότι ο άντρας της πήγε στο χωριό του, να φέρει χωριάτικη γαλοπούλα, που του άρεσε, και θα γύριζε την άλλη μέρα , το βράδυ.
  Πήγαν αποβραδίς στα μπουζούκια, διασκέδασαν μέχρι τα ξημερώματα, πήρε και το χειροκρότημά του από το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας  που χόρεψε και γύρισαν στο σπίτι της ,να  σβήσουν την φλόγα τον έρωτά τους, σαν... στο σπίτι τους.
   Στην κορύφωση της ιεροτελεστίας χτυπάει το κουδούνι του διαμερίσματος, κι απότομα πετάγεται η  ΄Ασπα και του λέει τρομαγμένη...''πω, πω, ο άντρας μου !''
  Σηκώνεται έντρομος ο Ορφέας , φοράει όπως όπως το παντελόνι και το πουκάμισό του και παίρνοντας τα υπόλοιπα παραμάσχαλα, βγαίνει στο μπαλκόνι, που του υπέδειξε.
  Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, μέχρι που κάποια στιγμή βγήκε εκείνη  και του είπε ψιθυριστά...''όταν σου πω θα έλθεις.Μην κουνηθείς από εκεί !''
  Νοιώθει πως έχουν περάσει χρόνια, καθώς τρεμοκουκουρίζει απ΄το κρύο περιμένοντας, κι ενώ η άβολη θέση του επιβαρύνεται από τον υπερκείμενο τσίγκο, καθώς από μια τρύπα του πέφτουν στον σβέρκο του σταγόνες , που αυλακώνουν την ραχοκοκαλιά του, σαν μαχαίρι.
  ΄Εχει φωτίσει για τα καλά και μπορεί να βλέπει κάτω στον δρόμο παιδιά ζυγιές- ζυγιές ,να περνοδιαβαίνουν για τα κάλαντα.
   Δίπλα του μια γάτα στέκεται με οίκτο στα μάτια, που στην αρχή του έμοιαζαν εχθρικά. Του συμπαραστέκεται, σχεδόν συνωμοτικά.
  Ξαφνικά ακούγεται η μπαλκονόπορτα και πριν φουντάρει απ΄την τρομάρα του, , βγάζει η  Άσπα το κεφάλι και του λέει ...''έλα γρήγορα !''
Τον οδηγεί γρήγορα στο ασανσέρ, που είχε με το ροδάκι της πόρτας  εγκλωβίσει, του δίνει ένα πεταχτό φιλί και του λέει,..''φύγε γρήγορα, τον έχω στείλει μια στιγμή στην αποθήκη. Θα τα πούμε ''
  Κατέβηκε και έφυγε τρέχοντας, με σκυμμένο κεφάλι, να φαίνεται  σαν παιδί που πάει για  τα κάλαντα.
  Πήγε κατευθείαν στην πρώτη εκκλησία, που βρήκε μπροστά του.
 ΄ Αναψε ένα κερί, ευχαριστώντας τον Χριστούλη που γεννιέται , μιας και γλύτωσε το ξύλο , Χριστουγεννιάτικα...
   Α, έδωσε και  μια υπόσχεση ....κομμένα με το μαχαίρι τα ξένα σπίτια....

Κνάκαλος

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Η φίλη...

      H Ζακλίν  μπροστά από ένα τηλέφωνο κι έναν καφέ, τον τρίτο στη σειρά,αναλογίζεται και λέει φωναχτά στην αδελφή της την Πουπέτ : ''Τι έχει τραβήξει κι εκείνος ο μπαμπάς μας...''.
  Περιμένουν ένα τηλέφωνο από την μαμά τους στην Ελλάδα, να τους αναγγείλει , πως ο πατέρας τους βγήκε από το χειρουργείο και πήγαν όλα καλά.
  Η μιάμιση ώρα που τους είχε πει ο γιατρός, έχει γίνει πεντάωρο και η αγωνία τους έχει κορυφωθεί.
      ΄Ολα γίναν ξαφνικά κι αναπόδραστα, όπως στο ντόμινο.
     Είχε η Ζακλίν την φαεινή ιδέα να πάνε, από την Αγγλία που μένουν, στο Παρίσι για ένα τριήμερο, για να γιορτάσει τα γενέθλιά της στην πόλη του φωτός.
  Είχε κανονίσει τα πάντα ή  έτσι νόμιζε.
  Στο Παρίσι, , ζει κι εργάζεται η φίλη της η Ράνια.
  Μεγαλύτερη ήταν , είχαν συμπέσει στην ίδια πόλη , όπου έκαναν το διδακτορικό τους και διάφορα γεγονότα, μαζί με την κοινή καταγωγή από την Ελλάδα, τις είχαν δέσει με μια φιλία, που δεν την είχαν σκιάσει σύννεφα. Οι όποιες αμφιβολίες προέκυπταν ήσαν συγγνωστές ατέλειες, που δεν ήσαν ικανές να δοκιμάσουν δυο φίλες που πίστευαν  στον ίδιο θεό και προσεύχονταν τακτικά στην Ελληνορθόδοξη εκκλησία.
  Την φίλη της στο Παρίσι, είχε ξαναεπισκεφθεί το καλοκαίρι και είχαν περάσει αρκετά όμορφα. Της είχε βγάλει βέβαια η Ράνια κάποιες απολυτότητες , αλλά η Ζακλίν δεν τις είχε σπουδαιολογήσει.
  Είχε ειδοποιήσει την φίλη της έγκαιρα, ότι θα πήγαιναν μαζί με την αδελφή της και δεν είχε νοιώσει αντίρρηση ή ενόχληση, δεδομένου ότι η Ράνια συμπαθούσε την Πουπέτ.
  ΄Εφθασαν στο Παρίσι το πρώτο βράδυ , η Ράνια τις καλοδέχτηκε, κι επειδή την επόμενη θα πήγαινε στην δουλειά της ,τους άφησε τα κλειδιά του σπιτιού.
  Το σπίτι βρισκόταν σ΄ένα προάστιο το  Μοντρούζ , λίγο μακριά απ΄το κέντρο του Παρισιού.
 Την επόμενη τα κορίτσια κατέβηκαν στο Παρίσι,χρησιμοποιώντας το τρένο, να δουν τ΄αξιοθέατα και να απολαύσουν τις βιτρίνες και τα καταπληκτικά καφέ.  Μάλιστα παρέτειναν τον χρόνο, μέχρι το βράδυ, για να αφήσουν χωροχρόνο στην Ράνια, να ξεκουραστεί και να μην αισθανθεί, πως καταπιέζεται από την παρουσία τους.
  Γύρισαν στις 8 η ώρα, κι όταν μπήκαν στο σπίτι η Ράνια άρχισε μια κουβέντα, συνέχεια από την προηγούμενη μέρα, τελείως αναίτια κι ανούσια.
  Η Ράνια είναι των θετικών επιστημών και οι αδελφές είναι ευδιάκριτα ήδη μέλη της παγκόσμιας κοινωνίας των ανθρωπιστικών επιστημών, με αξιόλογες δημοσιεύσεις στα μεγαλύτερα περιοδικά της Δύσης.  .
  Αφού ρωτούσε να μάθει τα ισχύοντα περί των διδακτορικών στις ανθρωπιστικές επιστήμες, έκανε αντιστοιχία με τα συμβαίνοντα στις θετικές επιστήμες και στο τέλος έκανε αξιολογικές κρίσεις , ευθέως υποτιμητικές για τις σπουδές των αδελφών σε σχέση με τα δικά τους.
  Η Ράνια καθόταν οκλαδόν στο κρεββάτι της και ως γκουρού είχε αναπτύξει μια εισαγγελική ''κοπτοραπτική'', προδήλως μπακαλίστικη, κι επίμονη, που είχε φέρει σε εξαιρετικά άβολη και δύσκολη θέση τις δυο αδελφές, που στέκονταν απέναντι τηςμε έμφυτη σεμνότητα, όρθιες σαν σχολιαρόπαιδα, αφού ούτε να καθίσουν δεν τις άφησε.
  Η Ζακλίν ως μεγαλύτερη αντιδρούσε και προσπαθούσε να επιχειρηματολογήσει, με βάση την λογική και την αλήθεια, αλλά η Ράνια δεν σήκωνε κουβέντα, ούτε έδειχνε διάθεση να σταματήσει, πριν τις ισοπεδώσει. ΄Ηταν ερειστική και καθώς περνούσε η ώρα δεν μπήκε ούτε στην διαδικασία να διακόψει, για να κατεβάσει το στρώμα από το πατάρι για να ξαπλώσουν, αφού ήταν περασμένη η ώρα.
  Η Πουπέτ είχε χλωμιάσει από την αμηχανία, την ορθοστασία  και την κούραση. ΄Ενοιωθε πως θα λιποθυμούσε και οι φλέβες του προσώπου της έκαναν συνεχείς συσπάσεις από την άδικη κι ενοχλητική κριτική, που άκουγε επί πεντάωρο να εξακοντίζεται προς το μέρος τους.
  Κάποια στιγμή η Ζακλίν, βλέποντας και την χλωμή αδελφή της να υφίσταται χωρίς  λόγο την αφιλόξενη κι αγενέστατη ''φίλη'' της , ξεπέρασε την έμφυτη συστολή της και ξεσπάθωσε....
- ''Είσαι απαράδεκτη. Μας έχεις πέντε ώρες και μας κατακεραυνώνεις χωρίς ουσιαστικό λόγο, ενώ υποτίθεται , ότι μας φιλοξενείς.
  Γυρίζει στην αδελφή της και της λέει με έκδηλη αγανάκτηση.
  '' Πάμε να φύγουμε Πουπέτ.''
 Μάζεψαν τα πράγματά τους γρήγορα και βάζοντάς τα φύρδην μίγδην στην βαλίτσα, της άφησαν το κλειδί , κι έφυγαν .
  Η ώρα ήταν μία και μισή τα μεσάνυχτα. ΄Εξω σκοτάδι. Τα κινητά τους με 15% μπαταρία.
  Βρίσκονταν σ΄ένα άγνωστο στην ουσία μέρος, χωρίς να έχουν αποθηκευμένα τηλέφωνα άμεσης ανάγκης και χωρίς να λειτουργούν οι συγκοινωνίες, λόγω του προχωρημένου της ώρας.
  Περπάτησαν στην λεωφόρο Περιέ , ψάχνοντας για ταξί, αλλά τζίφος.
  Εκείνη την στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο της Ζακλίν δυο φορές και σταμάτησε . ΄Ηταν η τελευταία κλήση της Ράνιας, η οποία προφανώς πήρε τηλέφωνο και το μετάνοιωσε από τον αρρωστημένο εγωϊσσμό της.
  ΄Εκανε κρύο, που το πολλαπλασίαζε  το σκοτάδι, ο φόβος και η απόγνωση.
   Ευτυχώς τους έκοψε και πήραν την μικρή τους αδελφή στην Ελλάδα.
  Της είπαν εν ολίγοις τα καθέκαστα, με την δέσμευση εκ μέρους της να μην πει τίποτα εκείνη την στιγμή στους γονείς τους , κι ανησυχήσουν και της ζήτησαν να βρει μέσω του διαδικτύου κάποιο κοντινό, στην περιοχή που βρίσκονταν, ξενοδοχείο.
  Πράγματι η μικρή Ρεμί τους βρήκε ένα ξενοδοχείο και τους έδωσε το τηλέφωνο, αλλά επειδή δεν είχε διαθέσιμα δωμάτια, τους βρήκε ένα άλλο ξενοδοχείο, λίγο πιο μακρυά.
  Στο μεταξύ όμως οι δυο αδελφές δεν μπορούσαν να βρουν ταξί , έκλεισε από μπαταρία το ένα τηλέφωνο και προσπαθούσαν από κάποιον διερχόμενο να βρουν κάποιο τηλέφωνο για ραδιοταξί.
  Οι διερχόμενοι ήσαν όλοι πιωμένοι, επιστρέφοντες προφανώς από κάποιο μπαράκι και βλέποντας τα δυο μόνα κορίτσια  άρχιζαν το φορτικό καμάκι.Μάλιστα ένας, που δεν τον έκοψαν και για καλής πάστας, προσφέρθηκε να τους πάει με το αυτοκίνητό του στο ξενοδοχείο.
  Ο φόβος τους είχε πολλαπλασιάσει τους χτύπους της καρδιάς , που ετοιμαζόταν να σπάσει.
  Πήραν τηλέφωνο στο ξενοδοχείο, κι αφού τους είπε ο ρασεψιονίστ ότι υπάρχει διαθέσιμο δωμάτιο, ζήτησαν πολύ ευγενικά, να τους στείλει ένα ταξί , για να τους παραλάβει.
  ΄Ομως ο υπάλληλος του ξενοδοχείου ήταν απρόθυμος να τις εξυπηρετήσει, είτε γιατί αυτή ήταν η πολιτική του ξενοδοχείου, είτε γιατί φοβόταν τυχόν φάρσα.
  Ξάφνου σκέφτηκαν να απευθυνθούν στην Αστυνομία κι επειδή το τηλέφωνο ήταν κατειλημμένο ξανατηλεφώνησαν στο ξενοδοχείο, για να παρακαλέσουν για μια ακόμη φορά. Η μπαταρία του κινητού έπνεε τα λοίσθια και σε λίγο θα ήσαν έρμαιες στο πουθενά , μες το σκοτάδι , το κρύο και τ΄αγιάζι. Στο άγνωστο με αντίπαλο τον τρόμο.
  Είπαν στον ρεσεψιονίστ, ότι θα απευθυνθούν στην Αστυνομία, που αφήνει δυο αλλοδαπές κοπέλες μέσα στην άγρια νύχτα, και κάπου , μετά από την πολύ πίεση ευαρεστήθηκε ο υπάλληλος να τους στείλει ένα ταξί.
  Το ταξί τους τηλεφώνησε , ότι θα έφθανε σε μισή ώρα.
  ΄Εκλεισαν το κινητό για λίγο, μην μείνουν από τηλέφωνο και περίμεναν τρέμοντας από το κρύο, με μάτια στεγνά και τον φόβο να τους κόβει την ανάσα.
  Διερχόμενοι τις πείραζαν (ποιος ξέρει τι θα σκέφτονταν για τις δυο τους , άγρια μεσάνυχτα).
  ΄Ενα πράγμα τις κρατούσε όρθιες...
  Η οργή τους για την υποτιθέμενη φίλη και η θέλησή τους να μην πέσουν στην ανάγκη της.
   ΄Ηλθε το ταξί σε σαράντα πέντε λεπτά και τους πήγε στο ξενοδοχείο , το οποίο απείχε, από εκεί που βρίσκονταν, μισή ώρα.
  ΄Εφθασαν στο ξενοδοχείο στις 4 η ώρα και μετά τα διαδικαστικά ανέβηκαν στο δωμάτιο και το πρώτο που έτρεξαν να κάνουν ήταν να βάλουν τα κινητά τους στον φορτιστή.
  ΄Ηθελαν να μοιραστούν την εφιαλτική εμπειρία με την μικρή τους αδελφή στην Ελλάδα, που ξαγρυπνούσε με αγωνία.
  Η Ρεμί με την ευαίσθητη και παιχνιδιάρικη φωνή της ,στο άκουσμα της φωνής της Ζακλίν, αφού καθησύχασε ότι βρισκόντουσαν στο ξενοδοχείο,την επανέφερε στην πραγματικότητα.
  ''Χρόνια πολλά αδελφήηηη  !''
  Τότε συνειδητοποίησε η Ζακλίν τα γενέθλιά  της κι έβγαλε ένα χαμόγελο ανακούφισης, όπως κάθε φορά που τελείωνε ένα διαγώνισμα στο σχολείο.
  Η Πουπέτ επανέλαβε τα ''χρόνια πολλά'' αμέσως μετά την Ρεμί και θέλοντας να διώξει τα μαύρα σύννεφα της σημειολογίας, που εποφθαλμιούσε , είπε με  επιτηδευμένο στόμφο στην Ζακλίν.
 -''Είσαι μεγάλη , Ζακλίν , σε παραδέχομαι. Μετά το σημερινό δεν πρόκειται να σε λυγίσει τίποτα. Είμαι σίγουρη !''
  Τότε η Ζακλίν αντικατέστησε το δειλό τσίγκινο μειδίαμα, μ΄ένα τεράστιο ολάνθιστο χαμόγελο, ορθώνοντας το καταπονημένο της κορμί....'' Ευτυχώς που έχω αδελφές διαμάντια ! ''
   Η μέρα κύλισε , μετά τα απρόοπτα , όμορφα. ,Μάλιστα οι δυο αδελφές άλλαξαν ξενοδοχείο και πήγαν στο κέντρο του Παρισιού.
   Την επόμενη το πρωί οι γονείς έμαθαν τα καθέκαστα από την μικρή τους κόρη, με την σειρά που αρμόζει στην ψυχολογία. Πρώτα η μαμά , κι από την μαμά, με τον κατάλληλο προϊδεασμό, ο πατέρας.
  Ο πατέρας,  αυστηρός, αλλά καλόγνωμος με πολύ μοντέρνες ιδέες,λάτρης της γαλλικής κουλτούρας , με ευθεία επιρροή από την γαλλική επανάσταση του 1789, αλλά και την εξέγερση του Μάη του ΄68 , στο άκουσμα των ειδήσεων απογοητεύθηκε. Κυρίως από την Ράνια, που την γνώριζε από την Αγγλία. Την είχε πρωτοδεί στην εκκλησία και είχε συζητήσει αρκετές φορές μαζί της, πατρικά.
  Θυμήθηκε ότι κάποιος κοινός φίλος του είχε εκμυστηρευτεί , ότι το κορίτσι αντιμετώπιζε κατάθλιψη. Τότε το είχε προσπεράσει, θεωρώντας το ως κακεντρέχεια, και το είχε αποδώσει στην πίεση που βιώνουν οι διδακτορικοί φοιτητές.
  Κατάπιε μια πίκρα και προσπάθησε αρχικά να δικαιολογήσει την κατάσταση, για να κάνουν ως οικογένεια ψύχραιμη εκτίμηση, μετά από μερικές μέρες.
  Βέβαια μέσα του μετατοπίζονταν συθέμελα τα ζωτικά όργανα, όπως οι σεισμογενείς πλάκες κι ελλόχευε μια έκρηξη...
  ΄Ηλθε ξαφνικά την νύχτα, στον ύπνο του. Ξεκίνησε σαν πόνος στο στομάχι και φούσκωμα.
  Πυρετός κι ανησυχία. Ταλαιπωρία,ο ένας γιατρός μετά τον άλλο, νοσοκομείο,
 εξετάσεις και κόντρα εξετάσεις.
  Κρυφόλογα γύρω γύρω με νόημα (...φορτώνει κι αυτός), μέχρι να διασαφηνισθεί η διάγνωση.
  Πέτρα στην χολή και χολοκυστίτιδα.
  ... Το τηλέφωνο χτυπάει. και στην οθόνη εμφανίζεται το λογότυπο ..ΜΑΜΑ.
  Η μητέρα των κοριτσιών τους ανήγγειλε, ότι ο πατέρας τους βγήκε  και είναι μια χαρά.
  Τους είπε ότι καθυστέρησε η εγχείρηση, γιατί είχε πολλές συμφύσεις , που απαιτούσαν λεπτούς και χρονοβόρους χειρισμούς.
  ΄Ακουσαν από το βάθος και τον πατέρα τους να λέει...
 ''Γειά σας αγάπες μου ! ''
    Η Ζακλίν κοίταξε κάτω από το παράθυρο. Κόσμος ερχόταν από το εμπορικό κέντρο, ενώ ο ήλιος τους είχε θυμηθεί μετά από πολλές μουντές μέρες .
  ΄Εριχνε τις χρυσοκίτρινες αχτίδες του στα απέναντι νεοκλασικά κτίρια , φτιάχνοντας πανέμορφες ηλιογραφίες στο οδόστρωμα.
   ΄Ενα ''ουφ'' απ΄τα έγκατα της ύπαρξής της έστειλε την ενοχή που φώλιαζε μέσα της στο πολυκαιρισμένο βιβλίο της μνήμης.
   Ευτυχώς, είπε κι έκανε τον σταυρό της.

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Στουμπάω, στουμπίζω-στούμπηγμα

Στουμπάω, στουμπίζω = Κτυπάω με δύναμη και λιώνω, θρυμματίζω, συμπιέζω .
                                           Χρησιμοποιείται από πολύ παλιά για τα κτυπήματα , που έχουν συντριπτικά αποτελέσματα.
                                         Λένε π.χ. ''στουμπάω τις μπριζόλες'' , που σημαίνει κοπανάω με κάποιο βαρύ ( σιδερένιο) αντικείμενο τις μπριζόλες .
                  '' ΄Επεσα και στούμπησα τα γόνατά μου'', που σημαίνει έπεσα και κτύπησα (τραυμάτησα) τα γόνατά μου.
                 '' Πρόσεχε με το σφυρί, θα στουμπήσεις το χέρι σου'', που σημαίνει πρόσεχε με το σφυρί ( πως κτυπάς) θα τραυματίσεις το χέρι σου.
                   ''Δεν προσέχει και είναι όλο στουμπήγματα'', που σημαίνει ότι δεν προσέχει και είναι γεμάτος μελανιές.-

Λόγια μ΄αμπέχωνο

      Tα λόγια μου πλυμένα ασπρόρουχα στο σκοινί απλωμένα.
Σκοινί κορδόνι χωρίς φιόγκο.
Οι ιδέες- φλασιές που περνούν βολίδα, σαν αυτοκίνητα της formula 1.
Τι θέλουν κι αυτές στην ψυχρολουσία μας ;
Μας προκαλούν τα κανάλια κι η κυβέρνηση  σε ALS Challenge, κι εμείς ποιούς να ονομάσουμε-για συνέχεια στην πρόκληση,τα παιδιά μας ή τον γείτονα.
 Μοιραία τρώμε κάθε μέρα το μπουγέλωμα για προσφάι.
   Περνάνε κι οι ιδέες που προείπα , πετάνε τα νερά απ΄την γούρνα γύρω μας, πιτσιλίζοντας με λάσπες τα ασπρόρουχα.
  Φταίνε μετά τα λόγια , που μοιάζουν ένοχα ;
  Αγνά γεννιούνται σαν βγαίνουν στο φως, με τις καλύτερες των προθέσεων.
  ΄Ελα όμως που βγαίνουν σε μολυσμένο περιβάλλον.
    Τι να πεις σ΄ένα βομβαρδισμένο τοπίο για τον έρωτα ( προφανώς άσχετο στην κουβέντα .).
   Απόκαμαν τα λόγια, πέταξαν τα λευκά τους κι έβαλαν μπότες , ρούχα παραλλαγής, κι αμπέχωνο.
  Ακόνισαν τις γωνίες τους, σμίλεψαν πόλεμο τις καταλήξεις, κι έκαναν τις συλλαβές τους παραγγέλματα.
  Δεν είναι για περικοκλάδες και φιοριτούρες, κι απ΄την γραμματική εκείνο που σώθηκε
είναι το ποιητικό αίτιο.
   Ηχούν τα λόγια ρυθμικά για να εμπεδωθεί ο αγώνας.
   Να μείνει ο αντίλαλος στους τοίχους σύνθημα και να πιάσει ο λαός το παρασύνθημα.
   Κι η μουσική να σημάνει επαναστατική, να σύρουν τα λόγια  βαριά το βήμα τους στους δρόμους, που΄χουν κάνει κατάληψη τ΄αυτοκίνητα.
 ΄Ολο και πιο λίγος χώρος μένει για το κοινό.
   Οι μάντρες του ιδιωτικού μέχρι έξω.
  Λαός μικρός.
  ΄Οχλος πολύς.
 Τα δικά μας από μέσα.
  Και του κράτους (αλίμονο) δικά μας.
  Κοινά είναι των άλλων (που ξέρω εγώ που και πως τα βρήκες).
  Κι ύστερα σου λέει τα λόγια πετούν...
   Πως να μην πετάξουν, αφού δεν περισσεύει δρόμος να διαβούν, πλατεία ν΄ακουστούν, λιμάνι για να φύγουν.
 Αύριο κληρώνει, έλεγαν παλιά οι λαχειοπώλες στην Ομόνοια.
  Στο τέσσεροοοο...
  -Στα τέσσερα ποτέ.
  -Στα δυο κι ανάλαφρα.
 -΄Οπου φύγει, φύγει...στο άλλο σύννεφο.
     Τις μέρες είναι το πρόβλημα, που μας βλέπουν, κι όλο ζητάνε.
   Δόσεις, δόσεις...έγινε το κράτος δοσάς .
  Η νύχτα είναι δική μας...και το φεγγάρι , έχει για όλους
  Ακόμη στον έρωτα δεν βάλαν ΦΠΑ..
    Είπα...Μίλησα, κι αμαρτίαν ουκ έχω...
  Το παιχνίδι να ξεκινήσει απ΄την αρχή.
  Τα χέρια όλοι πάνω στο τραπέζι ανάποδα.
 ΄Οπως στην τράπουλα.
      -Δικαιοσύνη, αδέρφια !

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Πονηριά !

     Μύγα δεν σήκωνε.
  ΄Ελεγε με στόμφο, πως ήταν λεβέντης ασίκης και καραμπουζουκλής.
  Μέχρι που έπεσε στην κέντα, όταν σε καυγά έγινε θύμα ύπουλης μαχαιριάς.
    Σώθηκε, αλλά έμεινε αρκετά κατάκοιτος στο κρεβάτι.
   Είδε κι απόειδε κι έκανε προσευχή και τάμα.
''Αν γίνει καλά,να περπατήσει δεκαπέντε χιλιόμετρα μέχρι το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων έχοντας στις παπουτσοπατούσες φασόλια.''.
   Και το θάμα έγινε .
  Ξεγέρεψε ,αλλά  πλησιάζοντας η μέρα  υλοποίησης του τάματος , το έζωναν τα φίδια.
   Πως θα περπατούσε ; Θα πλήγιαζαν τα πόδια .
   Τι θα έλεγαν οι χωριανοί, βλέποντάς τον ;
   Κατάθλιψη...
   Παραμονή , 30 Ιούνη, ξεκίνησε μαζί με όλους απ΄το χωριό, περπατώντας αγέρωχος.
  ΄Εφτασε άνετα , πρώτος απ΄όλους.
Στην δικαιολογημένη απορία των συγχωριανών για το τάμα, απαντούσε ξαλαφρωμένος...
   - Φασόλια είπα.
     Ε ,....τά΄βαλα βρασμένα !

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Τραυματική εμπειρία...

  Ακουμπούσε το κεφάλι μου στην επιφάνεια του νερού.
 Εκεί που καθρεφτιζόμουν , όταν ξεδιψούσα απ΄τον κουβά. Μα τώρα ήταν αλλιώς.
  Είχα βρει στα σκουπίδια στο χωματόδρομο ένα πεταμένο πορτοφόλι  με φωτογραφία ημίγυμνης  μέσα του και το είχα πάρει.
  Ο πατέρας μου βλέποντάς το, πίστεψε ότι το έκλεψα, κι αφού με  έδειρε, με έδεσε με την φαρδιά ζώνη και με κρέμασε κατωκέφαλα, στο πέτρινο πηγάδι.
Στο λαιμό μου ήταν κόμπος η αδικία,ο φόβος, το κλάμα κι η ανάσα.
Από τότε μου έμεινε η γκρίζα γεύση του τρόμου. Και η εικόνα του ήλιου μέσα απ΄το πηγάδι.
Με λύτρωσε απ΄το μαρτύριο σχετικά γρήγορα.
Μεγάλη τρομάρα, γιατί έκτοτε βρίσκω χρήματα στον δρόμο και δεν σκύβω να τα  πάρω.
Και με κοροϊδεύουν ...


Το διήγημα δημοσιεύθηκε στο... 120 λέξεις...






Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Τα κομμάτια του ''είναι '' ...

   Να γράψω λες και χτυπάς τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο.
  Μια μουσική που δεν έμαθες, παρά να βαράς δυο-τρία δάχτυλα στο τραπέζι, παρασταίνοντας τον  ήχο απ΄το τύμπανο.

  ...Η αφεντιά μου, αυτοπροσώπως.
  Αυτό που φαίνεται ,με ένα κομμάτι του ''είναι''.
  Εκείνο που έμεινε παιδάκι, ζαχαρώνοντας τις αναμνήσεις.
 Σκέψεις πολλές, ασύντακτες, στριμώχνονται κάθε τόσο, ποια θα κάτσει πρώτη στου μυαλού την τζαμαρία.
  Επικρατεί πάντα εκείνο το παιδάκι, που προσπαθούσε να κουμαντάρει την χειροποίητη βαρκούλα στο ανταριασμένο τσιμενταύλακο.
  ...Θα ασβεστώσει πάλι το παιδάκι το ραγισμένο παλιόσπιτο, το ρυτιδιασμένο κορμί, από τα κονταροχτυπήματα, που κάνουν οι φόβοι και οι αντιρρήσεις, στο πίσω μέρος του μυαλού.


  Τ ι πιστεύετε ότι είμαστε ;
  Αυτό που φαίνεται ή τάχα αυτό, που θέλουμε να δείξουμε ;
  Μια γερασμένη διμοιρία είμαστε σε ένα, που βάζουμε μπροστά  άλλοτε τον πιο μικρό και θαρραλέο, κι άλλοτε τον πιο τολμηρό,μ΄ένα ποτήρι ποτό κι ένα τσιγάρο στο χέρι, να βρουν τον δρόμο.
  Μέσα μας οι φοβίες, οι ανασφάλειες, τα κολλήματα, οι αρρώστιες, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες δίνουν μάχη χαρακωμάτων, να μείνουμε άνυδρο κουφάρι στην έρημο.
  Από κοντά και η σκιά μας , γιατί πρέπει κάποιος άγνωστος να μας κυνηγάει.
  Στα μπροστινά καθίσματα στριμώχνονται οι ρόλοι.
  Απαιτητικοί και διαφορετικοί με σχέσεις αλληλεξάρτησης με τις πίσω θέσεις.
  Γιος, πατέρας, σύζυγος, εραστής, πελάτης, αφεντικό, επιβάτης,επισκέπτης, περιπατητής, γυμναζόμενος, αβοήθητος, κλέφτης και απατημένος, ικέτης κι ελεήμων.
   ΄Ολοι θέλουν να φτάσουν στον προορισμό τους, τσακώνονται μεταξύ τους για την πρωτοκαθεδρία , σπρώχνονται και κάθε φορά τους βγάζει από το αδιέξοδο, ο αντίστοιχος ρόλος για την ανάγκη ή τον κίνδυνο.
  Ψάχνουν να οργανωθούν , να πάνε όλοι μαζί, μα στο τέλος... είτε ο τρελός θα τους οδηγήσει, γιατί έχει μια ιδέα και δεν σηκώνει και πολλά.
  Είτε το παιδάκι, που παραμονεύει  σε μια γωνιά,  κρατώντας άσβεστη κι ανόθευτη την ελπίδα, θα τους ξαναδώσει κουράγιο με τις θύμησες και την τόλμη, που φοράει το παιδικό πουκάμισο της αφέλειας.

  Ξαναείδα την αφεντιά μου στο χωριό...΄Οπως μπόρεσα , καθώς καθρεφτίστηκα φευγαλέα σε μια γούρνα του δρόμου.
  Θυμάμαι περπάτησα προς την πλατεία..
  Εγώ, το παιδί μέσα μου δηλαδή, ο γιος πού΄χασε τον πατέρα του...
  Ο πατέρας και σύζυγος,φίλος, συγγενής,γείτονας, χωριανός και ξένος...
  Φευγάτος και παλιννοστήσας..
  Κομμάτια σφιχταγκαλιασμένα ,κουβάρι, κατηφόρισαν...
Κουμάντο έκανε το παιδί μέσα μου... Οικείος ο χώρος γιαυτό..
  Ξυλιασμένα τα χέρια μου, τ΄αυλάκωνε το κομπολόι τα δάχτυλα...
  Κόβονταν , όπως τότε ,που κουβαλούσα νερό με το παγούρι απ΄το μοτέρ, απέναντι απ΄τον Αη Γιώργη.
  ΄Αλλαξαν πολλά τριγύρω. Δυσκολεύεται το παιδί να συνταιριάξει τις αναμνήσεις.
  Και τα πρόσωπα αλλαγμένα απ΄την αμμοβολή του χρόνου, χρειάζεται προσπάθεια να σμίξει το ''μοιάζει'' με το ''είναι''.΄Ασε που πολλοί και καλοί μετακόμισαν στους Αγίους Αναργύρους, θεός συγχωρέσ΄ τους...

  Από τις λίγες φορές που όλα τα κομμάτια μόνιασαν και πειθάρχησαν πίσω απ΄το παιδί μέσα μου.


  ΄Ισως κι η τελευταία...

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Χρόνια πολλά !!!






                                                            Χαρούμενα Χριστούγεννα


                                                               αγάπη , υγεία, ευτυχία


                                                             και άσβηστα χαμόγελα !!!