Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Στουμπάω, στουμπίζω-στούμπηγμα

Στουμπάω, στουμπίζω = Κτυπάω με δύναμη και λιώνω, θρυμματίζω, συμπιέζω .
                                           Χρησιμοποιείται από πολύ παλιά για τα κτυπήματα , που έχουν συντριπτικά αποτελέσματα.
                                         Λένε π.χ. ''στουμπάω τις μπριζόλες'' , που σημαίνει κοπανάω με κάποιο βαρύ ( σιδερένιο) αντικείμενο τις μπριζόλες .
                  '' ΄Επεσα και στούμπησα τα γόνατά μου'', που σημαίνει έπεσα και κτύπησα (τραυμάτησα) τα γόνατά μου.
                 '' Πρόσεχε με το σφυρί, θα στουμπήσεις το χέρι σου'', που σημαίνει πρόσεχε με το σφυρί ( πως κτυπάς) θα τραυματίσεις το χέρι σου.
                   ''Δεν προσέχει και είναι όλο στουμπήγματα'', που σημαίνει ότι δεν προσέχει και είναι γεμάτος μελανιές.-

Λόγια μ΄αμπέχωνο

      Tα λόγια μου πλυμένα ασπρόρουχα στο σκοινί απλωμένα.
Σκοινί κορδόνι χωρίς φιόγκο.
Οι ιδέες- φλασιές που περνούν βολίδα, σαν αυτοκίνητα της formula 1.
Τι θέλουν κι αυτές στην ψυχρολουσία μας ;
Μας προκαλούν τα κανάλια κι η κυβέρνηση  σε ALS Challenge, κι εμείς ποιούς να ονομάσουμε-για συνέχεια στην πρόκληση,τα παιδιά μας ή τον γείτονα.
 Μοιραία τρώμε κάθε μέρα το μπουγέλωμα για προσφάι.
   Περνάνε κι οι ιδέες που προείπα , πετάνε τα νερά απ΄την γούρνα γύρω μας, πιτσιλίζοντας με λάσπες τα ασπρόρουχα.
  Φταίνε μετά τα λόγια , που μοιάζουν ένοχα ;
  Αγνά γεννιούνται σαν βγαίνουν στο φως, με τις καλύτερες των προθέσεων.
  ΄Ελα όμως που βγαίνουν σε μολυσμένο περιβάλλον.
    Τι να πεις σ΄ένα βομβαρδισμένο τοπίο για τον έρωτα ( προφανώς άσχετο στην κουβέντα .).
   Απόκαμαν τα λόγια, πέταξαν τα λευκά τους κι έβαλαν μπότες , ρούχα παραλλαγής, κι αμπέχωνο.
  Ακόνισαν τις γωνίες τους, σμίλεψαν πόλεμο τις καταλήξεις, κι έκαναν τις συλλαβές τους παραγγέλματα.
  Δεν είναι για περικοκλάδες και φιοριτούρες, κι απ΄την γραμματική εκείνο που σώθηκε
είναι το ποιητικό αίτιο.
   Ηχούν τα λόγια ρυθμικά για να εμπεδωθεί ο αγώνας.
   Να μείνει ο αντίλαλος στους τοίχους σύνθημα και να πιάσει ο λαός το παρασύνθημα.
   Κι η μουσική να σημάνει επαναστατική, να σύρουν τα λόγια  βαριά το βήμα τους στους δρόμους, που΄χουν κάνει κατάληψη τ΄αυτοκίνητα.
 ΄Ολο και πιο λίγος χώρος μένει για το κοινό.
   Οι μάντρες του ιδιωτικού μέχρι έξω.
  Λαός μικρός.
  ΄Οχλος πολύς.
 Τα δικά μας από μέσα.
  Και του κράτους (αλίμονο) δικά μας.
  Κοινά είναι των άλλων (που ξέρω εγώ που και πως τα βρήκες).
  Κι ύστερα σου λέει τα λόγια πετούν...
   Πως να μην πετάξουν, αφού δεν περισσεύει δρόμος να διαβούν, πλατεία ν΄ακουστούν, λιμάνι για να φύγουν.
 Αύριο κληρώνει, έλεγαν παλιά οι λαχειοπώλες στην Ομόνοια.
  Στο τέσσεροοοο...
  -Στα τέσσερα ποτέ.
  -Στα δυο κι ανάλαφρα.
 -΄Οπου φύγει, φύγει...στο άλλο σύννεφο.
     Τις μέρες είναι το πρόβλημα, που μας βλέπουν, κι όλο ζητάνε.
   Δόσεις, δόσεις...έγινε το κράτος δοσάς .
  Η νύχτα είναι δική μας...και το φεγγάρι , έχει για όλους
  Ακόμη στον έρωτα δεν βάλαν ΦΠΑ..
    Είπα...Μίλησα, κι αμαρτίαν ουκ έχω...
  Το παιχνίδι να ξεκινήσει απ΄την αρχή.
  Τα χέρια όλοι πάνω στο τραπέζι ανάποδα.
 ΄Οπως στην τράπουλα.
      -Δικαιοσύνη, αδέρφια !

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Πονηριά !

     Μύγα δεν σήκωνε.
  ΄Ελεγε με στόμφο, πως ήταν λεβέντης ασίκης και καραμπουζουκλής.
  Μέχρι που έπεσε στην κέντα, όταν σε καυγά έγινε θύμα ύπουλης μαχαιριάς.
    Σώθηκε, αλλά έμεινε αρκετά κατάκοιτος στο κρεβάτι.
   Είδε κι απόειδε κι έκανε προσευχή και τάμα.
''Αν γίνει καλά,να περπατήσει δεκαπέντε χιλιόμετρα μέχρι το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων έχοντας στις παπουτσοπατούσες φασόλια.''.
   Και το θάμα έγινε .
  Ξεγέρεψε ,αλλά  πλησιάζοντας η μέρα  υλοποίησης του τάματος , το έζωναν τα φίδια.
   Πως θα περπατούσε ; Θα πλήγιαζαν τα πόδια .
   Τι θα έλεγαν οι χωριανοί, βλέποντάς τον ;
   Κατάθλιψη...
   Παραμονή , 30 Ιούνη, ξεκίνησε μαζί με όλους απ΄το χωριό, περπατώντας αγέρωχος.
  ΄Εφτασε άνετα , πρώτος απ΄όλους.
Στην δικαιολογημένη απορία των συγχωριανών για το τάμα, απαντούσε ξαλαφρωμένος...
   - Φασόλια είπα.
     Ε ,....τά΄βαλα βρασμένα !

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Τραυματική εμπειρία...

  Ακουμπούσε το κεφάλι μου στην επιφάνεια του νερού.
 Εκεί που καθρεφτιζόμουν , όταν ξεδιψούσα απ΄τον κουβά. Μα τώρα ήταν αλλιώς.
  Είχα βρει στα σκουπίδια στο χωματόδρομο ένα πεταμένο πορτοφόλι  με φωτογραφία ημίγυμνης  μέσα του και το είχα πάρει.
  Ο πατέρας μου βλέποντάς το, πίστεψε ότι το έκλεψα, κι αφού με  έδειρε, με έδεσε με την φαρδιά ζώνη και με κρέμασε κατωκέφαλα, στο πέτρινο πηγάδι.
Στο λαιμό μου ήταν κόμπος η αδικία,ο φόβος, το κλάμα κι η ανάσα.
Από τότε μου έμεινε η γκρίζα γεύση του τρόμου. Και η εικόνα του ήλιου μέσα απ΄το πηγάδι.
Με λύτρωσε απ΄το μαρτύριο σχετικά γρήγορα.
Μεγάλη τρομάρα, γιατί έκτοτε βρίσκω χρήματα στον δρόμο και δεν σκύβω να τα  πάρω.
Και με κοροϊδεύουν ...


Το διήγημα δημοσιεύθηκε στο... 120 λέξεις...






Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Τα κομμάτια του ''είναι '' ...

   Να γράψω λες και χτυπάς τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο.
  Μια μουσική που δεν έμαθες, παρά να βαράς δυο-τρία δάχτυλα στο τραπέζι, παρασταίνοντας τον  ήχο απ΄το τύμπανο.

  ...Η αφεντιά μου, αυτοπροσώπως.
  Αυτό που φαίνεται ,με ένα κομμάτι του ''είναι''.
  Εκείνο που έμεινε παιδάκι, ζαχαρώνοντας τις αναμνήσεις.
 Σκέψεις πολλές, ασύντακτες, στριμώχνονται κάθε τόσο, ποια θα κάτσει πρώτη στου μυαλού την τζαμαρία.
  Επικρατεί πάντα εκείνο το παιδάκι, που προσπαθούσε να κουμαντάρει την χειροποίητη βαρκούλα στο ανταριασμένο τσιμενταύλακο.
  ...Θα ασβεστώσει πάλι το παιδάκι το ραγισμένο παλιόσπιτο, το ρυτιδιασμένο κορμί, από τα κονταροχτυπήματα, που κάνουν οι φόβοι και οι αντιρρήσεις, στο πίσω μέρος του μυαλού.


  Τ ι πιστεύετε ότι είμαστε ;
  Αυτό που φαίνεται ή τάχα αυτό, που θέλουμε να δείξουμε ;
  Μια γερασμένη διμοιρία είμαστε σε ένα, που βάζουμε μπροστά  άλλοτε τον πιο μικρό και θαρραλέο, κι άλλοτε τον πιο τολμηρό,μ΄ένα ποτήρι ποτό κι ένα τσιγάρο στο χέρι, να βρουν τον δρόμο.
  Μέσα μας οι φοβίες, οι ανασφάλειες, τα κολλήματα, οι αρρώστιες, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες δίνουν μάχη χαρακωμάτων, να μείνουμε άνυδρο κουφάρι στην έρημο.
  Από κοντά και η σκιά μας , γιατί πρέπει κάποιος άγνωστος να μας κυνηγάει.
  Στα μπροστινά καθίσματα στριμώχνονται οι ρόλοι.
  Απαιτητικοί και διαφορετικοί με σχέσεις αλληλεξάρτησης με τις πίσω θέσεις.
  Γιος, πατέρας, σύζυγος, εραστής, πελάτης, αφεντικό, επιβάτης,επισκέπτης, περιπατητής, γυμναζόμενος, αβοήθητος, κλέφτης και απατημένος, ικέτης κι ελεήμων.
   ΄Ολοι θέλουν να φτάσουν στον προορισμό τους, τσακώνονται μεταξύ τους για την πρωτοκαθεδρία , σπρώχνονται και κάθε φορά τους βγάζει από το αδιέξοδο, ο αντίστοιχος ρόλος για την ανάγκη ή τον κίνδυνο.
  Ψάχνουν να οργανωθούν , να πάνε όλοι μαζί, μα στο τέλος... είτε ο τρελός θα τους οδηγήσει, γιατί έχει μια ιδέα και δεν σηκώνει και πολλά.
  Είτε το παιδάκι, που παραμονεύει  σε μια γωνιά,  κρατώντας άσβεστη κι ανόθευτη την ελπίδα, θα τους ξαναδώσει κουράγιο με τις θύμησες και την τόλμη, που φοράει το παιδικό πουκάμισο της αφέλειας.

  Ξαναείδα την αφεντιά μου στο χωριό...΄Οπως μπόρεσα , καθώς καθρεφτίστηκα φευγαλέα σε μια γούρνα του δρόμου.
  Θυμάμαι περπάτησα προς την πλατεία..
  Εγώ, το παιδί μέσα μου δηλαδή, ο γιος πού΄χασε τον πατέρα του...
  Ο πατέρας και σύζυγος,φίλος, συγγενής,γείτονας, χωριανός και ξένος...
  Φευγάτος και παλιννοστήσας..
  Κομμάτια σφιχταγκαλιασμένα ,κουβάρι, κατηφόρισαν...
Κουμάντο έκανε το παιδί μέσα μου... Οικείος ο χώρος γιαυτό..
  Ξυλιασμένα τα χέρια μου, τ΄αυλάκωνε το κομπολόι τα δάχτυλα...
  Κόβονταν , όπως τότε ,που κουβαλούσα νερό με το παγούρι απ΄το μοτέρ, απέναντι απ΄τον Αη Γιώργη.
  ΄Αλλαξαν πολλά τριγύρω. Δυσκολεύεται το παιδί να συνταιριάξει τις αναμνήσεις.
  Και τα πρόσωπα αλλαγμένα απ΄την αμμοβολή του χρόνου, χρειάζεται προσπάθεια να σμίξει το ''μοιάζει'' με το ''είναι''.΄Ασε που πολλοί και καλοί μετακόμισαν στους Αγίους Αναργύρους, θεός συγχωρέσ΄ τους...

  Από τις λίγες φορές που όλα τα κομμάτια μόνιασαν και πειθάρχησαν πίσω απ΄το παιδί μέσα μου.


  ΄Ισως κι η τελευταία...

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Χρόνια πολλά !!!






                                                            Χαρούμενα Χριστούγεννα


                                                               αγάπη , υγεία, ευτυχία


                                                             και άσβηστα χαμόγελα !!!

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

25-η ώρα

    Μικρό παιδάκι ρωτούσα τον δάσκαλο, μέσα στην αφέλειά μου και την χωρίς στεγανά και όρια περιέργεια.
   ''Γιατί κύριε η μέρα έχει 24 κι όχι 25 ώρες ;''.
  Εκείνη η επιτιμητική ματιά του στοίχειωνε κάθε μου απορία.
  -''Δεν ρωτάμε μην φέρουμε τον άλλο σε δύσκολη θέση'', είχε συμπληρώσει το μεσημέρι η μάνα μου.
   Κι έδεσε το γλυκό.
  Δεν ρωτάμε.
  Και οι απορίες ...θάλασσα.
   Αλλο κι αυτή.
  Καλή ώρα τέτοια εποχή κι αντί να απολαμβάνω το πλατσούρισμα ,εγώ σκεφτόμουν κι ονειροπολούσα.
  Και ντάλα του ήλιου ξαμόλησα την ...ερώτηση.
  -''Εκεί που τελειώνει η θάλασσα μπαμπά τι είναι'' ; Και συμπλήρωσα...
  -''Πού χύνεται το νερό και δεν τελειώνει'' ;
  Γούβα στα βότσαλα έκαναν, από το σήκωμα της άγνοιας οι ώμοι του....
  -''΄Ασε με και κάνε κανα μπάνιο...''
  - ''Γιαυτό σε στέλνω σχολείο, αλλά εσύ αντί να διαβάζεις παίζεις''.
  -''΄Αντε μη σε βουτήξω και κάνεις μπουρμπουλήθρες''  !
  ΄Εκτοτε κάποιες απορίες έμειναν αγκάθια.
  Και αγκύλωναν εικόνες που έφερνε το μυαλό....
  Και οι ώρες άφθαστες.
    Σκέφτομαι κι αναπολώ, τί μπορεί νά΄ναι η 25η ώρα......Και μονολογώ, ενώ με παίρνει μάτι το μαρτυριάρικο φεγγάρι...(να δείτε που με περνάει παρανοϊκό) !
   25=η ώρα μιας μέρας γκαστρωμένης.
  Στο ξεχείλωμα που κάνει ο έρωτας , όταν διαφεντεύει το είναι σου.
  Χαλασμένο ρολόι, να αντέξει το βάρος της και να χωρέσει όσα στην μέρα έταξα...
 Και οι δικαιολογίες παλιές όσο και η πορνεία !
 '' Νόμιζα πως είναι νωρίς....''
  '' Δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα.....''
   Μέχρι...'' μαύρη νά ΄ναι η ώρα σου.....'', όταν νευρίαζε η μακαρίτισσα η μάνα μου, για την αργοπορία μου..
  Μια ώρα ανύπαρκτη.
  Εξοστρακισμένη στην σφαίρα του ουτοπικού.
  ΄Ολα αυτά σκέφτομαι για να περάσει η ώρα στην σκοπιά .
   Το νταβαζιλίκι που μου έτυχε, όταν σαν αφελής, έχοντας πλήρη άγνοια ,δέχθηκα ν΄αλλάξω βάρδια, για να κάτσω μια ώρα παραπάνω με την δικιά μου. Και....να τσακωθούμε κιόλας στο τέλος..
   ΄Οόόό γκαντέμης...

    Η παργματικά 25=η ώρα της 27ης Οκτωβρίου 2013.
    Λαθραία ώρα, που με το έτσι θέλω μπαστακώθηκε στην βάρδια μου.
   ΄Εχουν βουήξει τα ραδιόφωνα ...
    ΄Ακου στις 4 πμ θα πάτε μια ώρα τα ρολόγια πίσω....
     Γαμώ την ατυχία μου....Που θα μου πουν ότι δεν υπάρχει 25=η ώρα !