Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Τα κομμάτια του ''είναι '' ...

   Να γράψω λες και χτυπάς τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο.
  Μια μουσική που δεν έμαθες, παρά να βαράς δυο-τρία δάχτυλα στο τραπέζι, παρασταίνοντας τον  ήχο απ΄το τύμπανο.

  ...Η αφεντιά μου, αυτοπροσώπως.
  Αυτό που φαίνεται ,με ένα κομμάτι του ''είναι''.
  Εκείνο που έμεινε παιδάκι, ζαχαρώνοντας τις αναμνήσεις.
 Σκέψεις πολλές, ασύντακτες, στριμώχνονται κάθε τόσο, ποια θα κάτσει πρώτη στου μυαλού την τζαμαρία.
  Επικρατεί πάντα εκείνο το παιδάκι, που προσπαθούσε να κουμαντάρει την χειροποίητη βαρκούλα στο ανταριασμένο τσιμενταύλακο.
  ...Θα ασβεστώσει πάλι το παιδάκι το ραγισμένο παλιόσπιτο, το ρυτιδιασμένο κορμί, από τα κονταροχτυπήματα, που κάνουν οι φόβοι και οι αντιρρήσεις, στο πίσω μέρος του μυαλού.


  Τ ι πιστεύετε ότι είμαστε ;
  Αυτό που φαίνεται ή τάχα αυτό, που θέλουμε να δείξουμε ;
  Μια γερασμένη διμοιρία είμαστε σε ένα, που βάζουμε μπροστά  άλλοτε τον πιο μικρό και θαρραλέο, κι άλλοτε τον πιο τολμηρό,μ΄ένα ποτήρι ποτό κι ένα τσιγάρο στο χέρι, να βρουν τον δρόμο.
  Μέσα μας οι φοβίες, οι ανασφάλειες, τα κολλήματα, οι αρρώστιες, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες δίνουν μάχη χαρακωμάτων, να μείνουμε άνυδρο κουφάρι στην έρημο.
  Από κοντά και η σκιά μας , γιατί πρέπει κάποιος άγνωστος να μας κυνηγάει.
  Στα μπροστινά καθίσματα στριμώχνονται οι ρόλοι.
  Απαιτητικοί και διαφορετικοί με σχέσεις αλληλεξάρτησης με τις πίσω θέσεις.
  Γιος, πατέρας, σύζυγος, εραστής, πελάτης, αφεντικό, επιβάτης,επισκέπτης, περιπατητής, γυμναζόμενος, αβοήθητος, κλέφτης και απατημένος, ικέτης κι ελεήμων.
   ΄Ολοι θέλουν να φτάσουν στον προορισμό τους, τσακώνονται μεταξύ τους για την πρωτοκαθεδρία , σπρώχνονται και κάθε φορά τους βγάζει από το αδιέξοδο, ο αντίστοιχος ρόλος για την ανάγκη ή τον κίνδυνο.
  Ψάχνουν να οργανωθούν , να πάνε όλοι μαζί, μα στο τέλος... είτε ο τρελός θα τους οδηγήσει, γιατί έχει μια ιδέα και δεν σηκώνει και πολλά.
  Είτε το παιδάκι, που παραμονεύει  σε μια γωνιά,  κρατώντας άσβεστη κι ανόθευτη την ελπίδα, θα τους ξαναδώσει κουράγιο με τις θύμησες και την τόλμη, που φοράει το παιδικό πουκάμισο της αφέλειας.

  Ξαναείδα την αφεντιά μου στο χωριό...΄Οπως μπόρεσα , καθώς καθρεφτίστηκα φευγαλέα σε μια γούρνα του δρόμου.
  Θυμάμαι περπάτησα προς την πλατεία..
  Εγώ, το παιδί μέσα μου δηλαδή, ο γιος πού΄χασε τον πατέρα του...
  Ο πατέρας και σύζυγος,φίλος, συγγενής,γείτονας, χωριανός και ξένος...
  Φευγάτος και παλιννοστήσας..
  Κομμάτια σφιχταγκαλιασμένα ,κουβάρι, κατηφόρισαν...
Κουμάντο έκανε το παιδί μέσα μου... Οικείος ο χώρος γιαυτό..
  Ξυλιασμένα τα χέρια μου, τ΄αυλάκωνε το κομπολόι τα δάχτυλα...
  Κόβονταν , όπως τότε ,που κουβαλούσα νερό με το παγούρι απ΄το μοτέρ, απέναντι απ΄τον Αη Γιώργη.
  ΄Αλλαξαν πολλά τριγύρω. Δυσκολεύεται το παιδί να συνταιριάξει τις αναμνήσεις.
  Και τα πρόσωπα αλλαγμένα απ΄την αμμοβολή του χρόνου, χρειάζεται προσπάθεια να σμίξει το ''μοιάζει'' με το ''είναι''.΄Ασε που πολλοί και καλοί μετακόμισαν στους Αγίους Αναργύρους, θεός συγχωρέσ΄ τους...

  Από τις λίγες φορές που όλα τα κομμάτια μόνιασαν και πειθάρχησαν πίσω απ΄το παιδί μέσα μου.


  ΄Ισως κι η τελευταία...

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Χρόνια πολλά !!!






                                                            Χαρούμενα Χριστούγεννα


                                                               αγάπη , υγεία, ευτυχία


                                                             και άσβηστα χαμόγελα !!!

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

25-η ώρα

    Μικρό παιδάκι ρωτούσα τον δάσκαλο, μέσα στην αφέλειά μου και την χωρίς στεγανά και όρια περιέργεια.
   ''Γιατί κύριε η μέρα έχει 24 κι όχι 25 ώρες ;''.
  Εκείνη η επιτιμητική ματιά του στοίχειωνε κάθε μου απορία.
  -''Δεν ρωτάμε μην φέρουμε τον άλλο σε δύσκολη θέση'', είχε συμπληρώσει το μεσημέρι η μάνα μου.
   Κι έδεσε το γλυκό.
  Δεν ρωτάμε.
  Και οι απορίες ...θάλασσα.
   Αλλο κι αυτή.
  Καλή ώρα τέτοια εποχή κι αντί να απολαμβάνω το πλατσούρισμα ,εγώ σκεφτόμουν κι ονειροπολούσα.
  Και ντάλα του ήλιου ξαμόλησα την ...ερώτηση.
  -''Εκεί που τελειώνει η θάλασσα μπαμπά τι είναι'' ; Και συμπλήρωσα...
  -''Πού χύνεται το νερό και δεν τελειώνει'' ;
  Γούβα στα βότσαλα έκαναν, από το σήκωμα της άγνοιας οι ώμοι του....
  -''΄Ασε με και κάνε κανα μπάνιο...''
  - ''Γιαυτό σε στέλνω σχολείο, αλλά εσύ αντί να διαβάζεις παίζεις''.
  -''΄Αντε μη σε βουτήξω και κάνεις μπουρμπουλήθρες''  !
  ΄Εκτοτε κάποιες απορίες έμειναν αγκάθια.
  Και αγκύλωναν εικόνες που έφερνε το μυαλό....
  Και οι ώρες άφθαστες.
    Σκέφτομαι κι αναπολώ, τί μπορεί νά΄ναι η 25η ώρα......Και μονολογώ, ενώ με παίρνει μάτι το μαρτυριάρικο φεγγάρι...(να δείτε που με περνάει παρανοϊκό) !
   25=η ώρα μιας μέρας γκαστρωμένης.
  Στο ξεχείλωμα που κάνει ο έρωτας , όταν διαφεντεύει το είναι σου.
  Χαλασμένο ρολόι, να αντέξει το βάρος της και να χωρέσει όσα στην μέρα έταξα...
 Και οι δικαιολογίες παλιές όσο και η πορνεία !
 '' Νόμιζα πως είναι νωρίς....''
  '' Δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα.....''
   Μέχρι...'' μαύρη νά ΄ναι η ώρα σου.....'', όταν νευρίαζε η μακαρίτισσα η μάνα μου, για την αργοπορία μου..
  Μια ώρα ανύπαρκτη.
  Εξοστρακισμένη στην σφαίρα του ουτοπικού.
  ΄Ολα αυτά σκέφτομαι για να περάσει η ώρα στην σκοπιά .
   Το νταβαζιλίκι που μου έτυχε, όταν σαν αφελής, έχοντας πλήρη άγνοια ,δέχθηκα ν΄αλλάξω βάρδια, για να κάτσω μια ώρα παραπάνω με την δικιά μου. Και....να τσακωθούμε κιόλας στο τέλος..
   ΄Οόόό γκαντέμης...

    Η παργματικά 25=η ώρα της 27ης Οκτωβρίου 2013.
    Λαθραία ώρα, που με το έτσι θέλω μπαστακώθηκε στην βάρδια μου.
   ΄Εχουν βουήξει τα ραδιόφωνα ...
    ΄Ακου στις 4 πμ θα πάτε μια ώρα τα ρολόγια πίσω....
     Γαμώ την ατυχία μου....Που θα μου πουν ότι δεν υπάρχει 25=η ώρα !

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Το Μουντιάλ των ....παράνομων !

Είχαν ραντεβού στις 18.30΄ , να περάσει να την πάρει από την στάση στο περίπτερο, στον επόμενο δρόμο απ΄το σπίτι της.
  ΄Ηταν εκεί όταν έφθασε με το αυτοκίνητο, 18.29 ¨και του έκανε εντύπωση.
  ΄Ηταν εκπληκτικά πανέμορφη με την μίνι φούστα και το κοντό μπλουζάκι.
    Τα μαλλιά υγρά κι ατίθασα , με μπόλικο ζελέ.
    Μόνο τα μάτια της έκρυβαν τα πανάκριβα γυαλιά , που φορούσε.
    Μπήκε βιαστικά στο αυτοκίνητο κι εκείνος ξεκίνησε για το γνωστό ξενοδοχείο, αφού δεν είχαν πολύ χρόνο στην διάθεσή τους, για ρομάντζα και καφέδες.
  Του έπιασε τρυφερά το δεξί χέρι, καθώς οδηγούσε και του έδωσε επιτηδευμένα, αντί για φιλί, την γλώσσα της, αμέσως μετά την στροφή.
   ΄Εσπασε εκείνη την αμηχανία του πρώτου λεπτού, λέγοντας ''ευτυχώς, που φτάσαμε στην στάση ταυτόχρονα, γιατί ερχόταν από μακρυά και μια γειτόνισσά μου, πολύ κουτσομπόλα !''.